Category Archives: Μέσα Ενημέρωσης

Είδες η Μάνια;

Η Μάνια Τεγοπούλου έκανε αυτό ακριβώς που επιτάσσουν οι διεθνείς κανόνες της δημοσιογραφίας. Πεδίο, απ’ ότι φαίνεται άγνωστο για την ΕΣΗΕΑ. Οι προσωπικοί λόγοι που πυροδότησαν τον τσαμπουκά της εκδότριας είναι μάλλον αδιάφοροι μπροστά στην ανάγκη να μπει τέλος στην ανοησία του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού, με τον τρόπο που ασκείται στη χώρα μας. Η στάση των δημοσιογράφων της εφημερίδας, όπως και εκείνων του ‘Πρώτου Θέματος’, πριν από λίγες ημέρες είναι χαρακτηριστικά δείγματα της αυτονόμησης που επιχειρούν εκείνοι που έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο.

Σήμερα, η βιομηχανία των εφημερίδων στην Ελλάδα καταρρέει και οι συνδικαλιστές τής δίνουν μία κλωτσιά για να πέσει γρηγορότερα και πιο χαμηλά. Άλλωστε ανέκαθεν, ο ρόλος των ‘Ενώσεων’ ήταν διακοσμητικός ως προς την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος (public interest), ενώ η δράση τους δεν ήλεγχε ποτέ την εξουσία (watchdog). Υπήρξαν μάλλον τα πουντλ των αφεντικών, με αποστολή τη διατήρηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε ρόλο υποτακτικού, υπηρέτη διαφορετικών αφεντάδων, ανάλογα με την περίσταση και τα συμφέροντα.

Εν προκειμένω βέβαια, οι αφεντάδες καταρρέουν γρηγορότερα και με πάταγο. «Αφεντικά και δούλοι ένα γινήκαμ’ ούλοι», που έλεγαν παλιά. Και η σύγχυση διαιωνίζεται. Για το ποιος είναι το αφεντικό. Οι πολιτικοί, ή οι (μεγαλο)δημοσιογράφοι; Αλλά δεν έχει και τόση σημασία, τελικά.

Το σαθρό μεταπολιτευτικό σύστημα της δημόσιας ζωής γκρεμίζεται οριζόντια με όλα τα χαρακηριστικά του domino effect. Αφορμή η ελληνική κρίση που διέλυσε τα διαπλεκόμενα. Όχι σε επίπεδο αξιών, αλλά διότι δεν έχει μείνει και τίποτα με το οποίο να ‘διαπλεχθούν’.

Οι πολίτες μετατρέπονται σε όχλο και ποδοπατούν πολιτικούς. Σε λίγο θα αρχίσουν να κυνηγούν και όσους φορούν απλώς κοστούμι… Θα θεωρείται αυξημένη η πιθανότητα να θεωρούνται υπεύθυνοι οι ίδιοι, ή να εργάζονται για κάποιον που είναι υπεύθυνος για τη δυστυχία των πολλών. Υπερβολή; Μετά το παράδειγμα Χατζηδάκη, ίσως όχι. Η συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά προσδιορίζεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Αν βιώνουν με ένταση αρνητικές συνθήκες, τότε είναι πολύ πιθανό να αντιδράσουν απρόσμενα, εξαντλώντας το θράσος της στιγμής στην τυφλή βία.

Οι δημοσιογράφοι – δημόσια πρόσωπα, προς το παρόν τη γλυτώνουν, ίσως λόγω καλύτερης φρούρησης, ίσως διότι ακόμη, υπάρχουν συμπολίτες μας, οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τούς πλησιάζουν με το αφελές βλέμμα της προσδοκίας. Αν, όμως, γνώριζαν τις στενές σχέσεις τους με τους πολιτικούς, θα τους συμπεριφέρονταν ίσως λίγο σκληρότερα. Και αυτό γιατί οι στιγμές της δημόσιας παραπλάνησης θα τούς έρχονταν βίαια στο μυαλό και θα «έπαιρναν ανάποδες».

Σε όλο αυτό το περιβάλλον, η αλήθεια πάει περίπατο. Η αλήθεια για το μνημόνιο, για το τι μάς έφερε έως εδώ, τί πρέπει να γίνει, γιατί οι πολιτικοί μας συνεχίζουν να λογομαχούν χωρίς να συμβαίνει τίποτα… Οι δε δημοσιογράφοι συνεχίζουν να καταγράφουν την παράνοια, ως εκπρόσωποι ενός συστήματος δημοσιότητας που αποσυντίθεται.

Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της μαζικότητας του διαδικτύου, οι περισσότερες εφημερίδες δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Ως προϊόντα, αλλά και ευρύτερα ως επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα αυτό έχει συμβεί εδώ και καιρό. Η παράταση της πτώσης ήταν τεχνητή (βλ. καταναλωτικές προσφορές, από σπίτια (κάποτε), ‘ξυστά’ αυτοκίνητα, μουσικές λαϊκών διασήμων, έως κινηματογραφικές ταινίες πρώτης ή δεύτερης διαλογής). Από το άλλο μέρος, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κατά την τελευταία δεκαετία, περισσότερες από τις μισές πολιτικές εφημερίδες στη χώρα μας εκδίδονταν αποσκοπώντας αποκλειστικά στην αποδελτίωση. Γράφοντας για πολιτικούς, θεωρούσαν ότι συνομιλούσαν με την εξουσία, με …πολλούς τρόπους.

Ορισμένες εφημερίδες θα καταφέρουν να πάρουν παράταση, αλλά σε χαμηλότερα επίπεδα πωλήσεων και ίσως όχι με καθημερινή κυκλοφορία. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται γροθιά στο μαχαίρι. Και η Μάνια το έκανε. Χωρίς το ψευδο-lifestyle που συνοδεύει την νεοελληνική ‘μανταλιτέ’, που έλεγε και ένας πολιτικός, που δοκίμαζε τα αγγλικά του στα παράθυρα. Η ίδια αναγνωρίζει, μάλλον, ότι το παιχνίδι έχει σκληρύνει και η ακύρωση της δημοσιοποιητικής λειτουργίας των Μέσων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς, κανείς εκ των οποίων δεν αντιστοιχεί στην επιβίωση του κλάδου.

Η διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» ξεκίνησε και το μοναδικό όπλο των δημοσιογράφων αποτελεί μία απλή διαπίστωση: ότι, προς το παρόν, δημοσιογραφία σημαίνει ανθρώπινος νουςΑυτό σημαίνει πολλά για εκείνους που μπορούν να τον χειριστούν με κριτήριο την πρόοδο…

 

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Το τέλος των χάρτινων ειδήσεων

Στην αρχή είπαν ότι ήταν το ραδιόφωνο. Μετά κοίταξαν με τρόμο την τηλεόραση. Έπειτα, με τηνέλευση του διαδικτύου, κατάλαβαν ότι το τέλος έχει γραφτεί. Οι εφημερίδες – με την παλιά έννοια – είχαν τελειώσει.

Στα πρώτα χρόνια της συνύπαρξης, οι εφημερίδες προστάτευσαν το περιεχόμενό τους, διατηρώντας τις απέραντες ιστοσελίδες του δικτυακού τους τόπου άδειες. Μετά άρχισαν να γεμίζουν τον χώρο με ειδήσεις του χθες. Αργότερα, συνδύαζαν τρέχουσα ροή με την ύλη του έντυπου προϊόντος. Σήμερα, γνωρίζουν ότι το site είναι πλέον πιο σημαντικό από τη μεγάλη “εφήμερη” γεροντοκόρη-αδελφή του.

Όταν αναφέρεις στους Αμερικανούς ή τους Άγγλους την έννοια του εφήμερου (ephemeral), ενθουσιάζονται. Θεωρούν ιδανική την ονομασία που έχουμε δώσει στην εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα, τέλεια για την προορισμό και τη μορφή του προϊόντος. Οι ίδιοι τις αποκαλούν απλά «χαρτιά των ειδήσεων» (newspapers). Στην ελληνική, ο όρος εκφράζει με ακρίβεια, αλλά και έντονο συμβολισμό ένα προϊόν το οποίο γεννιέται και πεθαίνει την ίδια ημέρα.

Σε περιόδους κρίσης και ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, ιδιαίτερα στην επικοινωνιακή βιομηχανία, η έννοια του εφήμερου τείνει να περιγράψει και κάτι ακόμη. Κάτι πιο ευαίσθητο από το περιεχόμενο των ειδήσεων, και του τρόπου με τον οποίο αυτές «στρώνονται» στα προγράμματα σελιδοποίησης. Περιγράφει το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό. Τους συντάκτες, τους βοηθούς, τους ρεπόρτερ, τους μαθητευόμενους, τους νέους από τα «εργαστήρια», τις χιλιάδες πτυχιούχων επικοινωνιολόγων, οι οποίοι προσέγγισαν όσο ήταν δυνατό (στην Ελλάδα) τον ακαδημαϊκό χώρο της δημοσιογραφίας και που μόλις πριν από λίγα χρόνια έπιασαν για πρώτη φορά πληκτρολόγιο με σοβαρό σκοπό. Όλοι αυτοί δοκιμάζονται από τις αλλαγές και τις δομικές αναπροσαρμογές του χώρου. Στην ίδια θέση βρίσκονται και οι παλαιότεροι του επαγγέλματος. Εκείνοι που σκέφτονται καλύτερα στο χαρτί. Αλλά και άλλοι, οι οποίοι είναι φτασμένοι αρκετά, ώστε να μην ασχολούνται με τα τετριμμένα.

Η τεχνολογία τους προκαλεί, τους αναστατώνει και εντέλει τούς προσπερνά όλους αν οι ίδιοι δεν ασχοληθούν με τη δια βίου προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα και τις τεχνικές. Μαζί και τα αφεντικά, που δεν ξέρουν πως να χειριστούν την αλλαγή. Θριαμβευτές του εμπειρισμού, πάσης φύσεως προέλευσης, δεν έχουν περιθώρια για επιμόρφωση. Τις εξελίξεις τις έχουν αφήσει στους μυημένους ή στα μεγαλο-στελέχη. Οι ίδιοι ασχολούνται με την υψηλή πολιτική, θεωρώντας ότι επηρεάζουν τις τύχες της χώρας. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μπορεί και να το πράττουν.

Σήμερα, μόλις 3 στους 10 Έλληνες πιάνει καθημερινά στα χέρια του εφημερίδα. Η καθημερινή αγορά είναι κλινικά νεκρή. Διατηρείται μόνο και μόνο για τις αποδελτιώσεις που διοχετεύονται στα κέντρα εξουσίας και την μικρή συμμετοχή της στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ημερήσιας ατζέντας. Όποιος ισχυρίζεται ότι η αγορά του Σαββατοκύριακου είναι ισχυρή, η απάντηση είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο κλάδος θα μπορούσε να καταποντιστεί μέσα σε δύο μήνες, αν έλειπαν τα δώρα και οι προσφορές. Η δε λανθάνουσα αγορά του free press, παραμένει …λανθάνουσα.

Στην Ελλάδα των δεκάδων εφημερίδων, των πολλών τηλεοπτικών καναλιών και των αμέτρητων περιοδικών, που διατηρούνται με πείσμα στην κυκλοφορία, η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Σε λίγα χρόνια οι καθημερινές χάρτινες εφημερίδες θα μάς έχουν απαλλάξει από την παρουσία τους. Θα έχουν απομείνει οι αντίστοιχοι ιστότοποι και οι Κυριακάτικες εκδόσεις. Η δεύτερη αγορά θα είναι αυτή του Σαββάτου. Το περιεχόμενο θα επαναπροσδιοριστεί, προκειμένου να κερδίσει επιπλέον κοινό, ενσωματώνοντας όλο και περισσότερα συμπληρωματικά έντυπα, πιέζοντας τις δευτερεύουσες αγορές.

Έως σήμερα, οι ελληνικές εφημερίδες ζούσαν σε μία από τις προστατευμένες αγορές διεθνώς. Αγγελιόσημο, επιδοτήσεις, κρατική διαφήμιση, ισολογισμοί, υπέρογκος τραπεζικός δανεισμός, και άλλες, λιγότερο διαφανείς συναλλαγές, που ούτε οι υπουργοί δεν μπορούν να ακουμπήσουν.

Με λίγα λόγια αντλούν πόρους από το κράτος μέσω παρωχημένων διατάξεων του παρελθόντος και υψηλού επιπέδου πελατειακής σχέσης με τους διαχειριστές του δημοσίου χρήματος.

Το πάρτυ όμως έχει τελειώσει. Την πρίζα την τράβηξε ο Τόμσεν όταν έφτασε στην Ελλάδα. Και όταν η μουσική σταμάτησε, οι καρέκλες που είχαν απομείνει ήταν πολύ λιγότερες από παλιά.

Και για τα αφεντικά, αλλά και τους συντάκτες…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Προπαγάνδα αλά ελληνικά

Στην Ελλάδα οι δημοσιογράφοι είναι ταγμένοι. Είτε διότι έχουν συνδέσει την επαγγελματική τους πορεία με κάποια πηγή εξουσίας, είτε γιατί η προσωπική τους ιδεολογία τούς φέρνει πιο κοντά σε κάποιον πολιτικό σχηματισμό, είτε απλώς για βιοποριστικούς λόγους. Μερικές φορές, αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο διότι η χώρα μας είναι ένα μεγάλο χωριό, και όλοι γνωρίζουν κάποιον που ξέρει κάποιον άλλο, που μπορεί να ‘πιάσει’ έναν τρίτον. Ελάχιστοι δημοσιογράφοι γράφουν πραγματικά αυτό που πιστεύουν και ακόμη πιο λίγοι το πράττουν με το πραγματικό τους όνομα.

Η έλευση του διαδικτύου έχει αλλάξει τα πράγματα σε ένα σημαντικό ζήτημα. Την αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων, η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο της κορποριστικής αντίληψης του επαγγέλματος (εμπορική δημοσιογραφία) είτε κάτω από συνθήκες αυστηρής κομματικής προπαγάνδας. Και μην πηγαίνει το μυαλό σας σε ακραίες εξαιρέσεις, όπως π.χ. το κομμουνιστικό κόμμα. Αυτά συμβαίνουν παντού.

Η αυτολογοκρισία κινείται ανοδικά όσο μεγαλώνει ο δημοσιογράφος, κορυφώνεται όταν έχει διανύσει 10-15 χρόνια εντός του επαγγέλματος (κάπου στη δεύτερη μεταγραφή) και φθίνει όσο ο άνθρωπος μεγαλώνει, είτε επειδή, ως πιο έμπειρος έχει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας, είτε λόγω του ότι η πλήρης εσωτερίκευσης των κανόνων προκαλεί και την συγκάλυψη του φαινομένου. Εξαίρεση αποτελούν οι πολύ υψηλά αμειβόμενοι συνάδελφοι, οι οποίοι, αν δεν έχουν φανατικό κοινό να τους στηρίξει (φαινόμενο σπάνιο στην Ελλάδα, γιατί γενικώς οι συμπολίτες μας δεν διαβάζουν), διατηρούν το υψηλό επίπεδο διαβίωσής τους με αντίτιμο την καθοδήγηση από το μεγάλο αφεντικό.

Η μεταφορά δημοσιογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο έχει μεταβάλλει την καμπύλη εξέλιξης της αυτολογοκρισίας. Μικρές online επαναστάσεις περιεχομένου έχουν δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, όπως, άλλωστε ταιριάζει στη δυναμική της νέας ψηφιακής πλατφόρμας. Η ψηφιακή ανάπτυξη, ως είναι φυσικό, έχει προκαλέσει αναστάτωση και στην συγκέντρωση, δόμηση και επεξεργασία των πληροφοριών, προκειμένου αυτές να ‘γίνουν ειδήσεις’. Η ασάφεια που υποδηλώνουν τα εισαγωγικά (η ακατάσχετη χρήση τους, by the way, αποτελεί τη νέα μάστιγα στα δημοσιογραφικά κείμενα) υποδηλώνει τη σχετικότητα της είδησης αυτής καθεαυτής. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι είδηση. Μερικές φορές – συνδυαζόμενη με τον σχολιασμό και τη διατύπωση γνώμης – μπορεί να είναι και παντελώς κατασκευασμένη με στόχο την πρόκληση εντυπώσεων, την αποσταθεροποίηση του στόχου, ή την σπορά αμφιβολιών ως προς την αποτελεσματικότητα μιας δράσης.

Αυτό συμβαίνει, βέβαια, τόσο off, όσο και on-line. Στη δε ψηφιακή περίπτωση, οι συνθήκες είναι ακόμη πιο ευαίσθητες από τις παραδοσιακές ‘φυλλάδες’ (εδώ τα εισαγωγικά δείχνουν εγκράτεια), δεδομένου ότι η δημοσίευση του περιεχομένου, αλλά και η μετέπειτα παραποίηση, που μπορεί να ακολουθήσει, απέχουν μόλις ένα κλικ.

Συχνότατα, τα ‘δημοσιευμένα’ (εδώ σπείρω την αμφιβολία) κομμάτια στο διαδίκτυο υπόκεινται σε μεταβολές και παρεμβάσεις, για τις οποίες δεν ενημερώνεται ο αναγνώστης (ένδειξη updated, αλλαγή ώρας κ.λπ.). Αυτό αναιρεί την ίδια την έννοια της δημοσίευσης, αδρανοποιεί τη δημοσιοποιητική αξία του Μέσου και καταργεί εξ ολοκλήρου την αρχειακή αξία των ιστοτόπων. Και αυτό διότι δικαίως μπορεί να αναρωτηθεί κανείς: οι δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο είναι μόνιμες; Υπάρχουν ‘τελικά’ κείμενα σε online περιβάλλον, ή ο καθένας μπορεί να παίζει με το πρόγραμμα διαχείρισης περιεχομένου, ανάλογα με τις ορέξεις του;

Στις αναπτυσσόμενες – ψηφιακά – χώρες, όπως η Ελλάδα, τα προβλήματα είναι πολλά και δεν περιορίζονται μόνο στην κακοποίηση της δημοσιογραφίας. Επεκτείνονται στην κατάχρηση της ελευθεριότητας της εισόδου στην ψηφιακή αγορά, τον ανέξοδο βιασμό της λογικής των επιχειρημάτων και της αξιόπιστης διαχείρισης των πληροφοριών, με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων. Για τα κλικς, αλλά και για την εξυπηρέτηση πολιτικών ή καλύτερα, μικρο-κομματικών σκοπιμοτήτων.

Έτσι, σιγά σιγά συναντούμε ένα μικρό κομμάτι της ‘σκοτεινής’ πλευράς του διαδικτύου, όπου η ψηφιακή τεχνολογία δρα επιβαρυντικά προς το δημόσιο συμφέρον, αντιθετα από αυτό που θα περίμενε κανείς, οι ψηφιακές πλατφόρμες, δηλαδή, να δρουν απελευθερωτικά προς τον λόγο, τα επιχειρήματα και τις πληροφορίες, προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών.

Η πιο σημαντική απ’ όλες τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της κατάχρησης του διαδικτύου διαμορφώνεται από την αυξανόμενη επίδραση του ίδιου του Μέσου στους νέους. Ήδη οι νεολαίες των κομμάτων ασχολούνται με μανία με τη διαδικτυακή προπαγάνδα. Η δε (τεχνική) ελευθεριότητα της δημοσίευσης κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Όχι βέβαια γιατί θα έπρεπε να ελεγχθεί από κάποιον. Σε καμμία περίπτωση.

Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις ανωτέρω έννοιες είναι μάλλον άγνωστο έδαφος για τις ντόπιες συνδικαλιστικές δημοσιογραφικές ενώσεις, το μόνο κριτήριο στον χώρο είναι η κοινωνική υπευθυνότητα και accountability (αμετάφραστο, γιατί το ‘λογοδοσία’ μού τη σπάει) που πρέπει να νοιώθει ο καθένας που διαθέτει πρόσβαση σε ατομικά ή δημόσια μέσα δημοσιοποίησης. Δηλαδή όλοι μας…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Τα ‘φίλτρα’ της (παρα)πληροφόρησης

Η ροή των πληροφοριών και η επεξεργασία τους υπόκεινται διαρκώς σε ποικίλους επηρεασμούς που προκαλούν αλλοίωση του τελικού δημοσιογραφικού προϊόντος. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, ο ‘επικοινωνισμός’ έχει ενισχύσει τους μηχανισμούς παρα-πληροφόρησης, με αποτέλεσμα την κυριαρχία του παρασκηνίου.

Συχνά, η ‘είδηση’ καταλήγει ακόμη και να ‘κατασκευάζεται’ ώστε να απηχεί τις επιδιώξεις του εκάστοτε ρυθμιστή των πληροφοριακών δεδομένων.

Τα φίλτρα από τα οποία διέρχονται οι πληροφορίες για να μετατραπούν σε ειδήσεις προς κοινή κατανάλωση είναι πολλά και συχνά δυσδιάκριτα στο κοινό. Ιδού 10 από αυτά με απλές κουβέντες:

ΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΣ: H αυξημένη προσκόλληση των ελληνικών εφημερίδων στα πολιτικά κόμματα και η τακτική εμπλοκή τους στα προσωπικά πολιτικά ‘παιχνίδια’ και τις κομματικές σκοπιμότητες.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: Οι ιδιοκτήτες του Τύπου, οι οποίοι άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο παρεμβαίνουν στον τρόπο παραγωγής και απεικόνισης του ειδησεογραφικού προϊόντος. Όσοι δε εξ αυτών διατηρούν επιχειρηματικά συμφέροντα εξω-εκδοτικού τύπου έχουν επιπρόσθετους λόγους επέμβασης στο δημοσιογραφικό έργο – πέραν της εξυπηρέτησης της ιδεολογίας τους και των απόψεων του κοινωνικού και επιχειρηματικού τους κύκλου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς και βέβαια το ακόμη μικρότερο μέγεθος της κρίσιμης μάζας των αναγνωστών καθιστούν την πλειονότητα των εφημερίδων απόλυτα εξαρτώμενες από τη διαφήμιση, ιδιαίτερα την κρατική (με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ανεξαρτησία τους).

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΣ: Ο κρατικός προστατευτισμός προς τον Τύπο, ο οποίος εκδηλώνεται υπό τη μορφή σωρείας κανόνων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (ρυθμιστικές παρεμβάσεις στη δημοσίευση ισολογισμών, αγγελιόσημο, ατέλεια κ.λπ.), είναι κύρια αιτία της σημερινής μαλθακότητας των εφημερίδων, οι οποίες ακόμη και στις στιγμές έντονης κριτικής προς την εξουσία, ‘αλληθωρίζουν’ προς την εξουσία και τους πολιτικούς.

ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ: Η εμπλοκή των δημοσιογράφων με την επικοινωνιακή πολιτική των πηγών, δηλαδή τα γραφεία Τύπου  που αποτελούν καλά οργανωμένες οδούς διοχέτευσης έτοιμων προς χρήση, πληροφοριών προς τα Μέσα.

ΑΔΥΝΑΜΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Η σταδιακή αποδυνάμωση του ανθρώπινου παράγοντα, τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης και επαγγελματικών δεξιοτήτων όσο και σε επίπεδο ανταπόκρισης στον κοινωνικό ρόλο της δημοσιογραφίας, έχει ως συνέπεια την απαξίωση ενός πάλαι ποτέ ‘λειτουργήματος’ και την ανάδειξή του σε ένα από τα αγαπημένα αστεία των πολιτών (παπαγαλάκια).

ΑΥΤΟΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ: Ως αποτέλεσμα και του προηγούμενου. Η αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων, οι οποίοι ακολουθούν τη γραμμή του Μέσου στο οποίο εργάζονται, η οποία, εκτός από τις σταθερές παραμέτρους που την καθορίζουν υπόκειται σε ad hoc προσαρμογές, που εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των συμφερόντων.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ: Η έλλειψη σχολών δημοσιογραφίας (όχι επικοινωνίας, έχουμε αρκετές), καθώς και η ελλιπής λειτουργία των επαγγελματικών ενώσεων καθιστούν το επάγγελμα έρμαιο των εξελίξεων. Για λόγους σύγκρισης σημειώνεται ότι η πρώτη από τις εκατοντάδες σχολές δημοσιογραφίας που σήμερα λειτουργούν στις ΗΠΑ ιδρύθηκε το 1904.

ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ: Η εξέταση των πάντων μέσα από το ελληνοκεντρικό πρίσμα – και παρά την ραγδαία εξάπλωση του διαδικτύου – στερεί τη μεταφορά των καλών πρακτικών από το εξωτερικό στην ελληνική αγορά (π.χ. πρακτικοί κανόνες δεοντολογίας, εργασιακά πρότυπα, νέες επαγγελματικές πρακτικές.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΝΟΝΩΝ. Η προηγούμενη κυβέρνηση απέτυχε σε τρεις τομείς: πρώτον, διαφάνεια όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεύτερον, εφαρμογή πραγματικών κανόνων ανταγωνισμού σε μία αγορά, η οποία απαρτίζεται από επιχειρήσεις που λειτουργούν με σκοπό το κέρδος και τρίτον,εξασφάλιση δίκαιης μεταχείρισης των υπολοίπων επιχειρηματικών κλάδων, οι οποίοι δεν διαθέτουν ισχυρούς δημοσιοποιητικούς μηχανισμούς.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει – προς το παρόν – ακουμπήσει τον κλάδο. Δεν ξέρουμε καν αν προτίθεται να κάνει κάτι, ή αφήνει το κοπάδι να ξεκαθαριστεί μόνο του από την κρίση.

 

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Δημιουργική καταστροφή

Την τελευταία φορά που οι Έλληνες αισθάνθηκαν ότι «τα πράγματα πάνε καλά για τη χώρα» ήταν το καλοκαίρι 2004, τότε που ψυχολογικά, αθλητικά, αλλά και πολιτικά η χώρα βρέθηκε στο υψηλότερο βάθρο. Έκτοτε τα πράγματα αντιστράφηκαν. Στη χρονοσειρά της εθνικής διάθεσης, η ψαλίδα μεταξύ της απαισιοδοξίας και της αισιοδοξίας διευρύνεται διαρκώς.

Σήμερα, η ψυχολογία έχει πατώσει. Και δικαιολογημένα. Η εποχή για τη χώρα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Τα εθνικά θεμελιώδη μεγέθη έχουν ξεφύγει. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν ήρθαν ποτέ, η λογιστική βελτίωση των πραγμάτων δεν άντεξε τη δοκιμασία της πρώτης κρίσης που διήλθε η κοινώς λεγόμενη ‘παγκοσμιοποίηση’, το μοντέλο διακυβέρνησης της μεταπολίτευσης οδηγήθηκε σε πτώχευση.

Το μούδιασμα που προκαλεί η οικονομική αβεβαιότητα και η υπερκατανάλωση των Μέσων Ενημέρωσης επεκτείνεται σε ολοένα και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού. Η αστάθεια κυριαρχεί. Οι φήμες δίνουν και παίρνουν. Τα ερωτήματα σχεδόν αλλόκοτα. Είναι ασφαλείς οι καταθέσεις μας; Τί θα γίνει αν επιστρέψουμε στη δραχμή; Θα τυπωθούν μεγάλα χαρτονομίσματα για να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις τεράστιες ‘δραχμικές τιμές’ που συναντούμε στην καθημερινότητα μας; [Αυτό και μόνο δεν είναι κακή ιδέα, όχι όμως για την κεντρική οικονομική πολιτική, αλλά για τις ενώσεις καταναλωτών. Να μετατρέψουν, επικοινωνιακά, τις σημερινές τιμές σε δραχμές, έτσι, απλώς και μόνο για να ‘τιμήσουν’ δημοσίως την ακρίβεια… κουλούρι 200 δρχ., καφές και τυρόπιτα 3.500 δρχ., ποτό 7.000, μήλα 1.500 το κιλό, 250.000 δρχ. ο καθαρός βασικός μισθός… και πάει λέγοντας].

Οι προοπτικές έχουν ήδη προδιαγραφεί και περιγραφεί. Η προεξόφληση του μέλλοντος έχει εξαντληθεί από όλα τα χείλη για διαφορετικούς λόγους. Τα κυβερνητικά, προκειμένου να εξασφαλίσουν περιθώρια κινήσεων και χαρακτηριστικά ηρώων για το τέλος, της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με σκοπό να γεμίσουν οι άδειες σελίδες των ομιλιών προέδρου και στελεχών, οι οποίοι καλούνται να επιχειρηματολογήσουν με τη φαρέτρα παντελώς άδεια.

Στην χώρα μας κρίση διέρχεται το Κράτος, το οποίο αφού το αποψιλώσαμε, αδυνατεί πλέον να μάς συντηρήσει. Ομοίως, οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες είδαν την αγελάδα να αδυνατίζει και το άρμεγμα σταμάτησε. Βέβαια, το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν μάθει να κάνουν κάτι άλλο, όπως να διακρίνονται για τις δεξιότητές τους, προσωπικά και επιχειρηματικά. Έτσι, εκείνοι που πρόλαβαν και έκαναν τις μπάζες είναι ασφαλείς. Και για να είναι ασφαλέστεροι, έβγαλαν και μερικά εκατομμύρια ευρώ στην Ευρώπη. Οι υπόλοιποι έμειναν ξέμπαρκοι. Με άδεια τα κρατικά ταμεία και την ποιοτικά ανύπαρκτη οντότητά τους, το μέλλον τους είναι κενό. Έτσι προκαλούν ανεργία, επεκτείνοντας την δυστυχία τους σε εργαζόμενους που τούς εμπιστεύτηκαν.

Αυτά παρατηρούνται σε όλους τους τομείς. Από τη μεταποίηση και την δήθεν βαρειά βιομηχανία της χώρας, τις χιλιάδες παρασιτικές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες προστατεύονται από τον, πλέον, πολιτικό όρο ‘μικρομεσαίες’, έως και τα ‘μαγαζιά’ της εγχώριας βιομηχανίας της επικοινωνίας, πολλά από τα οποία δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Τηλεοπτικών καναλιών συμπεριλαμβανομένων.

Η ευθύνη για την κατάσταση είναι συνολική. Βέβαια, πιο υπεύθυνοι είναι οι εκάστοτε κυβερνώντες, δηλαδή κάποιοι από εμάς, οι οποίοι (με την εξαίρεση των τζακιών που ‘ηγούνται’ των προσπαθειών) κατά καιρούς επιλέγονται να κάνουν κουμάντο.

Πρωτίστως η ευθύνη ανήκει σε όλους εκείνους που έχουν αποτύχει να προστατεύσουν τη χώρα από τις αδυναμίες της, τους πολίτες από την προχειρότητα σκέψης και δράσης, τον εθνικό πλούτο από τη διανομή του σε βολεμένους και ανάξιους, όχι γιατί έχω κάτι εναντίον τους, αλλά διότι οι ιδιότητες αυτές συνοδεύονται από αναποτελεσματικότητα, αδράνεια και εύκολες λύσεις. Οι οποίες όμως δεν οδηγούν πουθενά.

Έτσι, αυτό που μάς έμεινε είναι η πορεία προς τη δημιουργική καταστροφή. Με οργανωμένο τρόπο. Εκεί άλλωστε βρίσκεται το μέλλον της χώρας. Αρκετές χώρες που σήμερα αντιμετωπίζουν το μέλλον με αισιοδοξία, κάποια στιγμή στην ιστορία τους «τα άλλαξαν όλα». Κι όσοι θέλουν περισσότερες λεπτομέρειες, ας ψάξουν στο διαδίκτυο έναν διάσημο Ούγγρο με το όνομα Joseph Schumpeter…

3 Comments

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Η κυρίαρχη σκέψη

Σχεδόν κάθε φορά που οι δημοσιογράφοι “έχουν θέμα”, το έχουν γιατί οι πηγές τους έχουν αποφασίσει να ανοίξουν το στόμα τους. Για τους δικούς τους λόγους.

Όταν λέμε “πηγές” εννοούμε ανθρώπους με εξουσία. Εξουσία οικονομική, επιχειρηματική, αλλά και βέβαια, αυτή της πληροφορίας. Οι άνθρωποι αυτοί, αν και είναι πολλά αυτά που τούς ενώνουν, συχνά διαφωνούν για τις τακτικές και τις μεθόδους με τις οποίες επιδιώκουν τον πλουτισμό τους. Πολλές φορές, οι διαφωνίες αυτές οδηγούνται σε αδιέξοδο. Τότε, μέσω διαρροών στα μέσα ενημέρωσης, καλούν τους πολίτες να ‘γνωμοδοτήσουν’ για το ποιος έχει δίκιο.

Αυτός που θα προλάβει να θέσει πρώτος το θέμα, συνήθως με τη βοήθεια ενός γνωστού δημοσιογράφου, χαράσσει και το ‘πλαίσιο ανταλλαγής των απόψεων’, κερδίζει τις εντυπώσεις (δεδομένου οτιδήποτε ακολουθεί εκφράζεται απλώς ως διαφωνία ή απάντηση), και έχει και τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει και τη μάχη.

Οι άνθρωποι της ενημέρωσης πρωτοστατούν σε αυτή τη διαδικασία. Πυροβολούν με ερωτήσεις, ευθύβολα, αλλά και στα τυφλά, ανάλογα με τη περίσταση. Αυτό είναι, άλλωστε, το επάγγελμα της δημοσιογραφίας. Ανθρωποι, εκ φύσεως περίεργοι, που κάνουν διαρκώς ερωτήσεις στους πάντες, για τα πάντα. Όσοι διαθέτουν την άνεση και την κάλυψη, ασκούν και κριτική προς πάσα κατεύθυνση, ανάλογα με τις διαθέσεις και τις εντολές τους. Κατά τη διαδικασία αυτή, εκτός από τις οθόνες των λάπτοπ, που γεμίζουν με λέξεις, ενισχύονται και οι τσέπες, με ευρώ.

Φυσικά αυτά δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα. Απαντώνται αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο. Και οι ερμηνείες είναι διαφορετικές. Βέβαια, ορισμένες χώρες είναι πιο επιρρεπείς από άλλες.

Η Θ., η ίδια φίλη που είναι έξαλλη με τον χειρισμό του μεταναστευτικού από πολιτικούς ιθύνοντες της χώρας, θέλησε να συνεισφέρει ξανά στις δημόσιες νοητικές μου ασκήσεις, στέλνοντάς μου ένα απόσπασμα από πρόσφατο άρθρο του Τσάρλς Σίμικ στο NY Review of Books (ναι, υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα που διαβάζουν τις στήλες κριτικής βιβλίου στους New York Times – οι περισσότεροι, βέβαια, γνωρίζονται μεταξύ τους, γιατί απέχουν με τον ίδιο τρόπο από την σκουπιδο-επικοινωνία και πολιτική των καιρών).

Γράφει, λοιπόν, ο Σίμικ, ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χώρες που δεν είναι ευτυχισμένες. Η απουσία αξιόπιστων θεσμών και η μη τήρηση των νόμων καταδικάζει αυτές τις κοινωνίες να ζουν ξανά και ξανά τις ίδιες εντάσεις και συγκρούσεις, να κάνουν διαρκώς τα ίδια λάθη και να υποφέρουν τις αρνητικές συνέπειες από αυτήν τη συμπεριφορά.

O Πουλαντζάς έλεγε ότι δεν υπάρχει κυρίαρχη τάξη, άλλα κυρίαρχες ομάδες που καθοδηγούν τα όρια της σκέψης σε μία κοινωνία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Ελλάδα είμαστε καταδικασμένοι να κάνουμε διαρκώς τα ίδια λάθη. Όμως, φταίμε εμείς οι πολίτες, ή οι λιγοστές οικογένειες με τα γνωστά επίθετα που μάς κυβερνούν όλα αυτά τα χρόνια;

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

No nonsense TV

Ήρθε η ώρα να αλλάξουν τα πράγματα στην ελληνική τηλεοπτική αγορά. Σε δύο κρίσιμους τομείς: Στον τεχνολογικό, δεδομένου ότι, πλέον, το μέλλον ανήκει στην απόλυτη ψηφιοποίηση συσκευών και διαδικασιών, αλλά και στον ενημερωτικό, αφού χρειάζεται νέος αέρας και αντικατάσταση των απηρχαιωμένων φλύαρων προτύπων του παρελθόντος.

Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενημέρωση των πολιτών, οι εξελίξεις απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση, κατάλληλα σχεδιασμένη, προκειμένου να προωθείται η ουσία, αλλά με τρόπο που να ελκύει το ενδιαφέρον όσων επιθυμούν, με γνώσεις, να αντιμετωπίσουν την προσωπική τους καθημερινότητα, αλλά και την ευρύτερη πολιτική πραγματικότητα που καθορίζει τη ζωή τους.

Αυτό είναι άλλωστε και το ζητούμενο της εποχής. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου, τότε που οι πολίτες έδειξαν ότι μπορούν και αντιδρούν όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Να αλλάζουν μία κυβέρνηση που τούς πλήγωσε, να δίνουν ευκαιρίες σε μία νέα, που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιήσει τις νέες ιδέες, να συμμετέχουν ενεργά στις διαδικασίες διαδοχής για τον νέο αρχηγό της ελληνικής κεντροδεξιάς.

Τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Στο μυαλό των πολιτών, στην ελληνική οικονομία, που πλέον πρέπει να αλλάξει μυαλά, στην πολιτική καθημερινότητα, στην οποία δεν χωρούν ανοησίες και μικροκομματικές σκοπιμότητες. Η πορεία είναι μπροστά, ο μονόδρομος της εξυγίανσης, διαδικασιών και νοοτροπίας είναι ξεκάθαρος.

Αυτός είναι και ο ρόλος των Μέσων Ενημέρωσης, σε μία χώρα όπου οι προτεραιότητες είναι, πλέον, κατανοητές από όλους. Ο εναγκαλισμός με την πολιτική πρέπει να δώσει τη θέση του στην προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, στην παρακολούθηση και το fine tuning των επιτευγμάτων και στην κατακεραύνωση των κακών πρακτικών και των ατασθαλιών της εξουσίας.

Να γίνουν τα Μέσα, και ιδιαίτερα η τηλεόραση, που διατηρεί το προβάδισμα στις προτιμήσεις των Ελλήνων, πραγματικός μηχανισμός λογοδοσίας των κυβερνήσεων, όπως θα έλεγε και ο Γιώργος Παπανδρέου, και όχι λιβανιστήρια των υπουργών τους.

Βέβαια, η ψηφιακή τεχνολογία, το διαδίκτυο, οι συνήθειες των νέων ανθρώπων, έχουν ήδη διαγράψει το περίγραμμα της νομοτέλειας που επέρχεται και έχει όλα τα χαρακτηριστικά της δημιουργικής καταστροφής, της επώδυνης αλλαγής προς κάτι το πλήρως διαφορετικό.

Έως τότε, ορισμένες στρατηγικές, που στηρίζονται στην ουσία της πολιτικής και της επικοινωνίας, μπορούν να κάνουν τη διαφορά και να δημιουργήσουν νέα τηλεοπτικά πρότυπα, να κινητοποιήσουν τους πολίτες, να προκαλέσουν και να εναντιωθούν στα ρηχά στερεότυπα της τηλεοπτικής ενημέρωσης.

Πλέον, στην εποχή μας, οι αλλαγές πρέπει να οδεύουν πάντοτε προς το καλύτερο. Και η ώρα έχει ήδη σημάνει…

3 Comments

Filed under Μέσα Ενημέρωσης