Tag Archives: Δημοσιογραφία

Είδες η Μάνια;

Η Μάνια Τεγοπούλου έκανε αυτό ακριβώς που επιτάσσουν οι διεθνείς κανόνες της δημοσιογραφίας. Πεδίο, απ’ ότι φαίνεται άγνωστο για την ΕΣΗΕΑ. Οι προσωπικοί λόγοι που πυροδότησαν τον τσαμπουκά της εκδότριας είναι μάλλον αδιάφοροι μπροστά στην ανάγκη να μπει τέλος στην ανοησία του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού, με τον τρόπο που ασκείται στη χώρα μας. Η στάση των δημοσιογράφων της εφημερίδας, όπως και εκείνων του ‘Πρώτου Θέματος’, πριν από λίγες ημέρες είναι χαρακτηριστικά δείγματα της αυτονόμησης που επιχειρούν εκείνοι που έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο.

Σήμερα, η βιομηχανία των εφημερίδων στην Ελλάδα καταρρέει και οι συνδικαλιστές τής δίνουν μία κλωτσιά για να πέσει γρηγορότερα και πιο χαμηλά. Άλλωστε ανέκαθεν, ο ρόλος των ‘Ενώσεων’ ήταν διακοσμητικός ως προς την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος (public interest), ενώ η δράση τους δεν ήλεγχε ποτέ την εξουσία (watchdog). Υπήρξαν μάλλον τα πουντλ των αφεντικών, με αποστολή τη διατήρηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε ρόλο υποτακτικού, υπηρέτη διαφορετικών αφεντάδων, ανάλογα με την περίσταση και τα συμφέροντα.

Εν προκειμένω βέβαια, οι αφεντάδες καταρρέουν γρηγορότερα και με πάταγο. «Αφεντικά και δούλοι ένα γινήκαμ’ ούλοι», που έλεγαν παλιά. Και η σύγχυση διαιωνίζεται. Για το ποιος είναι το αφεντικό. Οι πολιτικοί, ή οι (μεγαλο)δημοσιογράφοι; Αλλά δεν έχει και τόση σημασία, τελικά.

Το σαθρό μεταπολιτευτικό σύστημα της δημόσιας ζωής γκρεμίζεται οριζόντια με όλα τα χαρακηριστικά του domino effect. Αφορμή η ελληνική κρίση που διέλυσε τα διαπλεκόμενα. Όχι σε επίπεδο αξιών, αλλά διότι δεν έχει μείνει και τίποτα με το οποίο να ‘διαπλεχθούν’.

Οι πολίτες μετατρέπονται σε όχλο και ποδοπατούν πολιτικούς. Σε λίγο θα αρχίσουν να κυνηγούν και όσους φορούν απλώς κοστούμι… Θα θεωρείται αυξημένη η πιθανότητα να θεωρούνται υπεύθυνοι οι ίδιοι, ή να εργάζονται για κάποιον που είναι υπεύθυνος για τη δυστυχία των πολλών. Υπερβολή; Μετά το παράδειγμα Χατζηδάκη, ίσως όχι. Η συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά προσδιορίζεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Αν βιώνουν με ένταση αρνητικές συνθήκες, τότε είναι πολύ πιθανό να αντιδράσουν απρόσμενα, εξαντλώντας το θράσος της στιγμής στην τυφλή βία.

Οι δημοσιογράφοι – δημόσια πρόσωπα, προς το παρόν τη γλυτώνουν, ίσως λόγω καλύτερης φρούρησης, ίσως διότι ακόμη, υπάρχουν συμπολίτες μας, οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τούς πλησιάζουν με το αφελές βλέμμα της προσδοκίας. Αν, όμως, γνώριζαν τις στενές σχέσεις τους με τους πολιτικούς, θα τους συμπεριφέρονταν ίσως λίγο σκληρότερα. Και αυτό γιατί οι στιγμές της δημόσιας παραπλάνησης θα τούς έρχονταν βίαια στο μυαλό και θα «έπαιρναν ανάποδες».

Σε όλο αυτό το περιβάλλον, η αλήθεια πάει περίπατο. Η αλήθεια για το μνημόνιο, για το τι μάς έφερε έως εδώ, τί πρέπει να γίνει, γιατί οι πολιτικοί μας συνεχίζουν να λογομαχούν χωρίς να συμβαίνει τίποτα… Οι δε δημοσιογράφοι συνεχίζουν να καταγράφουν την παράνοια, ως εκπρόσωποι ενός συστήματος δημοσιότητας που αποσυντίθεται.

Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της μαζικότητας του διαδικτύου, οι περισσότερες εφημερίδες δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Ως προϊόντα, αλλά και ευρύτερα ως επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα αυτό έχει συμβεί εδώ και καιρό. Η παράταση της πτώσης ήταν τεχνητή (βλ. καταναλωτικές προσφορές, από σπίτια (κάποτε), ‘ξυστά’ αυτοκίνητα, μουσικές λαϊκών διασήμων, έως κινηματογραφικές ταινίες πρώτης ή δεύτερης διαλογής). Από το άλλο μέρος, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κατά την τελευταία δεκαετία, περισσότερες από τις μισές πολιτικές εφημερίδες στη χώρα μας εκδίδονταν αποσκοπώντας αποκλειστικά στην αποδελτίωση. Γράφοντας για πολιτικούς, θεωρούσαν ότι συνομιλούσαν με την εξουσία, με …πολλούς τρόπους.

Ορισμένες εφημερίδες θα καταφέρουν να πάρουν παράταση, αλλά σε χαμηλότερα επίπεδα πωλήσεων και ίσως όχι με καθημερινή κυκλοφορία. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται γροθιά στο μαχαίρι. Και η Μάνια το έκανε. Χωρίς το ψευδο-lifestyle που συνοδεύει την νεοελληνική ‘μανταλιτέ’, που έλεγε και ένας πολιτικός, που δοκίμαζε τα αγγλικά του στα παράθυρα. Η ίδια αναγνωρίζει, μάλλον, ότι το παιχνίδι έχει σκληρύνει και η ακύρωση της δημοσιοποιητικής λειτουργίας των Μέσων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς, κανείς εκ των οποίων δεν αντιστοιχεί στην επιβίωση του κλάδου.

Η διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» ξεκίνησε και το μοναδικό όπλο των δημοσιογράφων αποτελεί μία απλή διαπίστωση: ότι, προς το παρόν, δημοσιογραφία σημαίνει ανθρώπινος νουςΑυτό σημαίνει πολλά για εκείνους που μπορούν να τον χειριστούν με κριτήριο την πρόοδο…

 

Advertisements

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Τροβαδούροι και παλιάτσοι

Τον προηγούμενο αιώνα, ο πυρήνας της δημοσιογραφίας, εκεί όπου στηρίχθηκε η εκρηκτική ανάπτυξή της, ήταν η διαμεσολάβηση, το προνόμιο, δηλαδή, του δημοσιογράφου να απευθύνεται στις πηγές, να διερευνά θέματα και να απαιτεί απαντήσεις εκ μέρους των πολιτών.  Η δράση αυτή είναι παλιά όσο και ο λόγος.

Μερικούς αιώνες αιώνες πριν, στην Ευρώπη, οι τροβαδούροι μελοποιούσαν και μετέφεραν στις πόλεις τα συμβάντα, τα κατορθώματα από τα πεδία των μαχών, ακόμη και τις ερωτικές περιπέτειες πριγκηπισσών που σκανδάλιζαν την κοινωνία του τόπου τους. Την εποχή εκείνη περιδιαβαίνουν τα σύνορα μεταφέροντας τις πρώτες μορφές infotainment στην ιστορία της επικοινωνίας, προσελκύοντας την προσοχή των ανθρώπων. Τότε ο ορίζοντας ήταν μακρύς και φαντασιακά αδιάβατος. Για πολλούς, τότε, αντιπροσωπεύει και το τέλος του κόσμου. Έτσι, οι ιστορίες από μακρινούς τόπους ακούγονται πάντοτε συναρπαστικές στα αυτιά των χωρικών και των πρώτων αστών.

Οι τροβαδούροι και αργότερα τα βιβλία, φρόντισαν για το ταξίδι των λέξεων από τη μία χώρα στην άλλη και κατόπιν, μεταξύ ηπείρων. Τότε ο κόσμος ήταν μεγάλος. Τα μηνύματα μεγεθυμένα. Αλλά η πρακτική δεν ήταν τελείως καινούργια.

Πολλούς αιώνες πριν, ο Θουκυδίδης, για πολλούς ο πρώτος πολεμικός ανταποκριτής στην ιστορία της Ανθρωπότητας, κατέγραφε και διηγόταν τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Φημολογείται ότι είχε ακολουθήσει εκστρατείες και αλλού, πέρα από την ελληνική θάλασσα. Κάπου στο έργο του, περιγράφει τη δυσκολία διασταύρωσης των πληροφοριών, ακόμη και όταν αυτές προέρχονται από ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Αναγνώριζε πολύ καλά – και προσπαθούσε να την εντοπίσει και να την αποκόψει από τα κείμενά του – την επίδραση που προκαλούσε η υποκειμενικότητα, αλλά και το ξεγέλασμα των ματιών, ακόμη και του αυτόπτη μάρτυρα.

Η αδυναμία αντικειμενικής αναπαραγωγής του γεγονότος από αυτόπτες μάρτυρες είναι κλασικό παράδειγμα στο ακαδημαϊκό σώμα της επιστήμης της δημοσιογραφίας, σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η αποτύπωση της εντύπωσής μας για τα πράγματα είναι απόλυτα υποκειμενική. Στηρίζεται στην ικανότητα ερμηνείας του γεγονότος, σε προηγούμενες, παρόμοιες ερμηνείες, που έχουν ήδη διαμορφώσει “τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα”, ενώ θα ήθελα να ισχυριστώ ότι σημαντική παραμόρφωση επέρχεται από αυτή καθεαυτή την ανάγκη των ανθρώπων να αποδίδουν πάντα μια εξήγηση σε κάθετί που συμβαίνει. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης, και η ανάγκη πλήρωσης του “γιατί” αμείλικτη. Είτε πρόκειται για το παπούτσι που εξφενδόνισε ο ιρακινός δημοσιογράφος στον Μπους, είτε για το πρόσφατο παρόμοιο, περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, το οποίο, προφανώς, υπήρξε αντιγραφή του αυθεντικού γεγονότος, που προκάλεσε την παγκόσμια προβολή του.

Όταν οι δημοσιογράφοι διαμεσολαβούν μεταξύ γεγονότων και ακροατηρίου (πολιτών), η αντικειμενικότητα πάει περίπατο. Και βέβαια, δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις στις οποίες η παραμόρφωση, η στρέβλωση αποτελούν μέρη συνειδητής στρατηγικής. Εκεί λειτουργεί η θεματική ατζέντα των πηγών, ο ρόλος του διαμορφωτή, ο κομματικός ινστρούχτορας και φυσικά, η επιδίωξη, ο τελικός στόχος, το endgame, που λένε.

Σε περιόδους κατά τις οποίες η πολιτική διέρχεται κρίση, η προηγούμενη διαδικασία συμβαίνει σε υπερθετικό βαθμό. Τα δε Μέσα Ενημέρωσης, τα οποία βρίσκονται πάντα σε κρίση, απορροφούν τις “σαχλαμάρες” με μανία. Αρκεί να εξυπηρετούν βασικές αξίες της είδησης, όπως: πρόσωπα-πρωταγωνιστές, αντιπαλότητα, παρασκήνιο, ένταση, εθνική διάσταση, και πρωτίστως, πωλήσεις, τηλεθέαση, ακροαματικότητα, κλικς.

Εκεί τα πράγματα μπορεί να γίνουν ανεξέλεγκτα (όπως σήμερα, στη χώρα μας), να ξεπεράσουν τον κοινό νου και να οδεύσουν προς τη γελοιοποίηση.

Στο παιχνίδι αυτό, οι τροβαδούροι βρίσκονται στα στούντιο, στις αίθουσες σύνταξης, πίσω από τις ψηφιακές “φλούδες περιεχομένου” που απεικονίζονται στις οθόνες των υπολογιστών και φιλοξενούν ειδήσεις, σχολιασμό και κατασκευασμένες πληροφορίες με στόχο τις μικρο-εντυπώσεις.

Στον ψηφιακό κόσμο, η αμεσότητα εξασφαλίζει το άμεσο σέρβις. Χωρίς καθυστέρηση. Οι πολιτικοί, συντονισμένοι, πλέον στο νέο μιντιακό παιχνίδι στην τηλεόραση ή το διαδίκτυο, “απολαμβάνουν” τις μικρές στιγμές τους, που τούς συντηρεί τη διακεκριμένη παρουσία τους στα σύγχρονα καφενεία.

Οι τροβαδούροι πλέον κυριαρχούν, αλλά δεν ταξιδεύουν στην ηρεμία της φύσης, όπως τότε στον Μεσαίωνα, συναντούν τους παλιάτσους της πολιτικής και κατηφορίζουν με ταχύτητα τη λεωφόρο των πληροφοριών…

Leave a comment

Filed under Δημοσιογραφία

Το τέλος των χάρτινων ειδήσεων

Στην αρχή είπαν ότι ήταν το ραδιόφωνο. Μετά κοίταξαν με τρόμο την τηλεόραση. Έπειτα, με τηνέλευση του διαδικτύου, κατάλαβαν ότι το τέλος έχει γραφτεί. Οι εφημερίδες – με την παλιά έννοια – είχαν τελειώσει.

Στα πρώτα χρόνια της συνύπαρξης, οι εφημερίδες προστάτευσαν το περιεχόμενό τους, διατηρώντας τις απέραντες ιστοσελίδες του δικτυακού τους τόπου άδειες. Μετά άρχισαν να γεμίζουν τον χώρο με ειδήσεις του χθες. Αργότερα, συνδύαζαν τρέχουσα ροή με την ύλη του έντυπου προϊόντος. Σήμερα, γνωρίζουν ότι το site είναι πλέον πιο σημαντικό από τη μεγάλη “εφήμερη” γεροντοκόρη-αδελφή του.

Όταν αναφέρεις στους Αμερικανούς ή τους Άγγλους την έννοια του εφήμερου (ephemeral), ενθουσιάζονται. Θεωρούν ιδανική την ονομασία που έχουμε δώσει στην εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα, τέλεια για την προορισμό και τη μορφή του προϊόντος. Οι ίδιοι τις αποκαλούν απλά «χαρτιά των ειδήσεων» (newspapers). Στην ελληνική, ο όρος εκφράζει με ακρίβεια, αλλά και έντονο συμβολισμό ένα προϊόν το οποίο γεννιέται και πεθαίνει την ίδια ημέρα.

Σε περιόδους κρίσης και ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, ιδιαίτερα στην επικοινωνιακή βιομηχανία, η έννοια του εφήμερου τείνει να περιγράψει και κάτι ακόμη. Κάτι πιο ευαίσθητο από το περιεχόμενο των ειδήσεων, και του τρόπου με τον οποίο αυτές «στρώνονται» στα προγράμματα σελιδοποίησης. Περιγράφει το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό. Τους συντάκτες, τους βοηθούς, τους ρεπόρτερ, τους μαθητευόμενους, τους νέους από τα «εργαστήρια», τις χιλιάδες πτυχιούχων επικοινωνιολόγων, οι οποίοι προσέγγισαν όσο ήταν δυνατό (στην Ελλάδα) τον ακαδημαϊκό χώρο της δημοσιογραφίας και που μόλις πριν από λίγα χρόνια έπιασαν για πρώτη φορά πληκτρολόγιο με σοβαρό σκοπό. Όλοι αυτοί δοκιμάζονται από τις αλλαγές και τις δομικές αναπροσαρμογές του χώρου. Στην ίδια θέση βρίσκονται και οι παλαιότεροι του επαγγέλματος. Εκείνοι που σκέφτονται καλύτερα στο χαρτί. Αλλά και άλλοι, οι οποίοι είναι φτασμένοι αρκετά, ώστε να μην ασχολούνται με τα τετριμμένα.

Η τεχνολογία τους προκαλεί, τους αναστατώνει και εντέλει τούς προσπερνά όλους αν οι ίδιοι δεν ασχοληθούν με τη δια βίου προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα και τις τεχνικές. Μαζί και τα αφεντικά, που δεν ξέρουν πως να χειριστούν την αλλαγή. Θριαμβευτές του εμπειρισμού, πάσης φύσεως προέλευσης, δεν έχουν περιθώρια για επιμόρφωση. Τις εξελίξεις τις έχουν αφήσει στους μυημένους ή στα μεγαλο-στελέχη. Οι ίδιοι ασχολούνται με την υψηλή πολιτική, θεωρώντας ότι επηρεάζουν τις τύχες της χώρας. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μπορεί και να το πράττουν.

Σήμερα, μόλις 3 στους 10 Έλληνες πιάνει καθημερινά στα χέρια του εφημερίδα. Η καθημερινή αγορά είναι κλινικά νεκρή. Διατηρείται μόνο και μόνο για τις αποδελτιώσεις που διοχετεύονται στα κέντρα εξουσίας και την μικρή συμμετοχή της στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ημερήσιας ατζέντας. Όποιος ισχυρίζεται ότι η αγορά του Σαββατοκύριακου είναι ισχυρή, η απάντηση είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο κλάδος θα μπορούσε να καταποντιστεί μέσα σε δύο μήνες, αν έλειπαν τα δώρα και οι προσφορές. Η δε λανθάνουσα αγορά του free press, παραμένει …λανθάνουσα.

Στην Ελλάδα των δεκάδων εφημερίδων, των πολλών τηλεοπτικών καναλιών και των αμέτρητων περιοδικών, που διατηρούνται με πείσμα στην κυκλοφορία, η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Σε λίγα χρόνια οι καθημερινές χάρτινες εφημερίδες θα μάς έχουν απαλλάξει από την παρουσία τους. Θα έχουν απομείνει οι αντίστοιχοι ιστότοποι και οι Κυριακάτικες εκδόσεις. Η δεύτερη αγορά θα είναι αυτή του Σαββάτου. Το περιεχόμενο θα επαναπροσδιοριστεί, προκειμένου να κερδίσει επιπλέον κοινό, ενσωματώνοντας όλο και περισσότερα συμπληρωματικά έντυπα, πιέζοντας τις δευτερεύουσες αγορές.

Έως σήμερα, οι ελληνικές εφημερίδες ζούσαν σε μία από τις προστατευμένες αγορές διεθνώς. Αγγελιόσημο, επιδοτήσεις, κρατική διαφήμιση, ισολογισμοί, υπέρογκος τραπεζικός δανεισμός, και άλλες, λιγότερο διαφανείς συναλλαγές, που ούτε οι υπουργοί δεν μπορούν να ακουμπήσουν.

Με λίγα λόγια αντλούν πόρους από το κράτος μέσω παρωχημένων διατάξεων του παρελθόντος και υψηλού επιπέδου πελατειακής σχέσης με τους διαχειριστές του δημοσίου χρήματος.

Το πάρτυ όμως έχει τελειώσει. Την πρίζα την τράβηξε ο Τόμσεν όταν έφτασε στην Ελλάδα. Και όταν η μουσική σταμάτησε, οι καρέκλες που είχαν απομείνει ήταν πολύ λιγότερες από παλιά.

Και για τα αφεντικά, αλλά και τους συντάκτες…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Προπαγάνδα αλά ελληνικά

Στην Ελλάδα οι δημοσιογράφοι είναι ταγμένοι. Είτε διότι έχουν συνδέσει την επαγγελματική τους πορεία με κάποια πηγή εξουσίας, είτε γιατί η προσωπική τους ιδεολογία τούς φέρνει πιο κοντά σε κάποιον πολιτικό σχηματισμό, είτε απλώς για βιοποριστικούς λόγους. Μερικές φορές, αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο διότι η χώρα μας είναι ένα μεγάλο χωριό, και όλοι γνωρίζουν κάποιον που ξέρει κάποιον άλλο, που μπορεί να ‘πιάσει’ έναν τρίτον. Ελάχιστοι δημοσιογράφοι γράφουν πραγματικά αυτό που πιστεύουν και ακόμη πιο λίγοι το πράττουν με το πραγματικό τους όνομα.

Η έλευση του διαδικτύου έχει αλλάξει τα πράγματα σε ένα σημαντικό ζήτημα. Την αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων, η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο της κορποριστικής αντίληψης του επαγγέλματος (εμπορική δημοσιογραφία) είτε κάτω από συνθήκες αυστηρής κομματικής προπαγάνδας. Και μην πηγαίνει το μυαλό σας σε ακραίες εξαιρέσεις, όπως π.χ. το κομμουνιστικό κόμμα. Αυτά συμβαίνουν παντού.

Η αυτολογοκρισία κινείται ανοδικά όσο μεγαλώνει ο δημοσιογράφος, κορυφώνεται όταν έχει διανύσει 10-15 χρόνια εντός του επαγγέλματος (κάπου στη δεύτερη μεταγραφή) και φθίνει όσο ο άνθρωπος μεγαλώνει, είτε επειδή, ως πιο έμπειρος έχει μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας, είτε λόγω του ότι η πλήρης εσωτερίκευσης των κανόνων προκαλεί και την συγκάλυψη του φαινομένου. Εξαίρεση αποτελούν οι πολύ υψηλά αμειβόμενοι συνάδελφοι, οι οποίοι, αν δεν έχουν φανατικό κοινό να τους στηρίξει (φαινόμενο σπάνιο στην Ελλάδα, γιατί γενικώς οι συμπολίτες μας δεν διαβάζουν), διατηρούν το υψηλό επίπεδο διαβίωσής τους με αντίτιμο την καθοδήγηση από το μεγάλο αφεντικό.

Η μεταφορά δημοσιογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο έχει μεταβάλλει την καμπύλη εξέλιξης της αυτολογοκρισίας. Μικρές online επαναστάσεις περιεχομένου έχουν δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, όπως, άλλωστε ταιριάζει στη δυναμική της νέας ψηφιακής πλατφόρμας. Η ψηφιακή ανάπτυξη, ως είναι φυσικό, έχει προκαλέσει αναστάτωση και στην συγκέντρωση, δόμηση και επεξεργασία των πληροφοριών, προκειμένου αυτές να ‘γίνουν ειδήσεις’. Η ασάφεια που υποδηλώνουν τα εισαγωγικά (η ακατάσχετη χρήση τους, by the way, αποτελεί τη νέα μάστιγα στα δημοσιογραφικά κείμενα) υποδηλώνει τη σχετικότητα της είδησης αυτής καθεαυτής. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι είδηση. Μερικές φορές – συνδυαζόμενη με τον σχολιασμό και τη διατύπωση γνώμης – μπορεί να είναι και παντελώς κατασκευασμένη με στόχο την πρόκληση εντυπώσεων, την αποσταθεροποίηση του στόχου, ή την σπορά αμφιβολιών ως προς την αποτελεσματικότητα μιας δράσης.

Αυτό συμβαίνει, βέβαια, τόσο off, όσο και on-line. Στη δε ψηφιακή περίπτωση, οι συνθήκες είναι ακόμη πιο ευαίσθητες από τις παραδοσιακές ‘φυλλάδες’ (εδώ τα εισαγωγικά δείχνουν εγκράτεια), δεδομένου ότι η δημοσίευση του περιεχομένου, αλλά και η μετέπειτα παραποίηση, που μπορεί να ακολουθήσει, απέχουν μόλις ένα κλικ.

Συχνότατα, τα ‘δημοσιευμένα’ (εδώ σπείρω την αμφιβολία) κομμάτια στο διαδίκτυο υπόκεινται σε μεταβολές και παρεμβάσεις, για τις οποίες δεν ενημερώνεται ο αναγνώστης (ένδειξη updated, αλλαγή ώρας κ.λπ.). Αυτό αναιρεί την ίδια την έννοια της δημοσίευσης, αδρανοποιεί τη δημοσιοποιητική αξία του Μέσου και καταργεί εξ ολοκλήρου την αρχειακή αξία των ιστοτόπων. Και αυτό διότι δικαίως μπορεί να αναρωτηθεί κανείς: οι δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο είναι μόνιμες; Υπάρχουν ‘τελικά’ κείμενα σε online περιβάλλον, ή ο καθένας μπορεί να παίζει με το πρόγραμμα διαχείρισης περιεχομένου, ανάλογα με τις ορέξεις του;

Στις αναπτυσσόμενες – ψηφιακά – χώρες, όπως η Ελλάδα, τα προβλήματα είναι πολλά και δεν περιορίζονται μόνο στην κακοποίηση της δημοσιογραφίας. Επεκτείνονται στην κατάχρηση της ελευθεριότητας της εισόδου στην ψηφιακή αγορά, τον ανέξοδο βιασμό της λογικής των επιχειρημάτων και της αξιόπιστης διαχείρισης των πληροφοριών, με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων. Για τα κλικς, αλλά και για την εξυπηρέτηση πολιτικών ή καλύτερα, μικρο-κομματικών σκοπιμοτήτων.

Έτσι, σιγά σιγά συναντούμε ένα μικρό κομμάτι της ‘σκοτεινής’ πλευράς του διαδικτύου, όπου η ψηφιακή τεχνολογία δρα επιβαρυντικά προς το δημόσιο συμφέρον, αντιθετα από αυτό που θα περίμενε κανείς, οι ψηφιακές πλατφόρμες, δηλαδή, να δρουν απελευθερωτικά προς τον λόγο, τα επιχειρήματα και τις πληροφορίες, προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών.

Η πιο σημαντική απ’ όλες τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της κατάχρησης του διαδικτύου διαμορφώνεται από την αυξανόμενη επίδραση του ίδιου του Μέσου στους νέους. Ήδη οι νεολαίες των κομμάτων ασχολούνται με μανία με τη διαδικτυακή προπαγάνδα. Η δε (τεχνική) ελευθεριότητα της δημοσίευσης κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Όχι βέβαια γιατί θα έπρεπε να ελεγχθεί από κάποιον. Σε καμμία περίπτωση.

Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις ανωτέρω έννοιες είναι μάλλον άγνωστο έδαφος για τις ντόπιες συνδικαλιστικές δημοσιογραφικές ενώσεις, το μόνο κριτήριο στον χώρο είναι η κοινωνική υπευθυνότητα και accountability (αμετάφραστο, γιατί το ‘λογοδοσία’ μού τη σπάει) που πρέπει να νοιώθει ο καθένας που διαθέτει πρόσβαση σε ατομικά ή δημόσια μέσα δημοσιοποίησης. Δηλαδή όλοι μας…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Οι ‘ακάλυπτοι’ της διαπλοκής

Η κρίση αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει την ελληνική δημοσιογραφία ανέκαθεν ήταν αποτέλεσμα διαπλοκής των Μέσων με τρίτους. Πολιτικούς, επιχειρηματίες, επενδυτές, ακόμη και κοινωνικές οργανώσεις ή think tanks. Κυρίαρχο σύμπτωμα του φαινομένου είναι η σταδιακή αποδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού στις αγορές της ενημέρωσης και επικοινωνίας και η απορρόφηση της λεγόμενης ‘Τέταρτης Εξουσίας’ από τις υπόλοιπες. Αυτό σημαίνει ότι ο δημοσιογράφος πλέον παύει να προσεγγίζει τα γεγονότα με ουδετερότητα (πολλοί βέβαια δεν το έχουν πράξει ποτέ) και υιοθετεί δικά του κριτήρια (ή των αφεντικών του) με τα οποία ‘φιλτράρει’ τα γεγονότα, προτού τα μετατρέψει σε είδηση ή επίκαιρο σχόλιο.

Η στάση αυτή, πέρα από την παραπλάνηση του κοινού, το οποίο, βέβαια, συχνά – ιδιαίτερα σε χώρες που αυτοκυριεύονται από το θυμικό τους, όπως οι Ελλάδα – επιθυμεί να καθοδηγείται στα επιμέρους, αρκεί να συμφωνεί με τη γενική ‘γραμμή’, έχει ως συνέπεια τη μετατροπή των δημοσιογράφων από– εξ ορισμού – υπερασπιστές του δημόσιου συμφέροντος σε απλούς εκφραστές συμφερόντων των ισχυρών πολιτικοοικονομικών και επιχειρηματικών ομάδων.

Στη χώρα μας το δημοσιογραφικό επάγγελμα διέρχεται κρίση αξιοπιστίας διαχρονικά. Απλώς η πλατφόρμα αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Από τις εφημερίδες ιδεολογίας του παρελθόντος στην τηλεόραση και από τους ιστότοπους γνώμης και τα blogs, έως αυτό που ακολουθεί τη νέα δεκαετία που έρχεται, η διαιώνιση της διαπλοκής του επαγγέλματος με το πολιτικό παιχνίδι και τα προσωπικά συμφέροντα της τάξης των επιχειρηματιών που αναδύονται την εκάστοτε περίοδο, θα έχει ως συνέπεια τη διατήρηση της απόστασης των δημοσιογράφων από το συλλογικό συμφέρον.

Οι πρακτικές αυτές κράτησαν πάντα τον μέσο Έλληνα δημοσιογράφο σε ρόλο ακόλουθου της εξουσίας. Ακόμη και η – λεγόμενη – ‘αποκαλυπτική δημοσιογραφία’, στις υπηρεσίες κάποιου ανήκει, εξυπηρετώντας (συχνά έναντι αντιτίμου) τις στρατηγικές των ιθυνόντων.

Η λιγότερο προφανής όμως επίπτωση από τη στενή σχέση των διαφόρων ελίτ με τους δημοσιογράφους είναι αρκετά σοβαρότερη και αφορά το μέλλον του επαγγέλματος, το οποίο ήδη πιέζεται από την τεχνολογία. Η αποδιαμεσολάβηση που προκαλεί η αμεσότητα του διαδικτύου, μεταξύ πηγών και ‘δημοσιοποιητών’ είναι μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη και από την αναξιοπιστία που υπονοεί η λέξη ‘παπαγαλάκια’. Άλλωστε, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι σήμερα επιδιώκουν να δρουν στην ασφάλεια του κλουβιού, παρά να δρουν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις.

Βέβαια, η τεχνολογία παραμένει με το μέρος τους. Όσο απειλητικός φαντάζει ο κίνδυνος της αποδιαμεσολάβησης λόγω της άμεσης επαφής των πηγών με το κοινό τους, άλλο τόσο το ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί μοναδική ευκαιρία εξερεύνησης νέων ιδεών και νέων τύπων περιεχομένου.

Και βέβαια, όσο προχωρεί η ψηφιοποίηση της ζωής των πολιτών, η ανάπτυξη της νέας δημοσιογραφίας θα δημιουργεί νέα δεδομένα, αλλά και νέους ‘διαμεσολαβητές’. Η ισχυροποίηση της ‘δημοσιογραφίας των πολιτών’, τα ανεξάρτητα εγχειρήματα διαχείρισης περιεχομένου συμβάλλουν στη ραγδαία απαξίωση των παλαιών Μέσων. Σε αξία αλλά και κοινωνική απήχηση. Η τηλεόραση επιζεί γιατί είναι δωρεάν, οι εφημερίδες διότι είναι γεμάτες δώρα.

Από το άλλο μέρος, στο υπο-διαμόρφωση, ψηφιακό πεδίο, τα προσόντα πάνε μαζί με τα ελαττώματα: το αδόμητο περιεχόμενο, η ελευθεριότητα, η αδυναμία εξακρίβωσης της πληροφορίας, η δύναμη του ψιθύρου, αλλά και η διακινδύνευση της αναλήθειας.

Γεγονός είναι ότι ο ανθρώπινο κεφάλαιο παραμένει στο επίκεντρο των εξελίξεων. Βέβαια, στο ψηφιακό περιβάλλον, οι απαιτήσεις είναι αυξημένες. Τα παραδοσιακά προβλήματα και οι στρεβλώσεις μεγεθύνονται, οι ατέλειες αναδεικνύονται και το τελικό προϊόν υπόκειται στη διαρκή κρίση του κοινού.

Οι συνθήκες δράσης, το πεδίο ανταγωνισμού, τα κριτήρια αξιοσύνης και επιτυχίας αλλάζουν ραγδαία σε ένα επάγγελμα που ήδη βρίσκεται πολλά χρόνια σε κρίση. Πλέον, όμως, η πτώση από την αποσταθεροποίηση δεν απέχει πολύ, και η εκκαθάριση έχει ήδη ξεκινήσει…

 

 

Leave a comment

Filed under Δημοσιογραφία

Τα ‘φίλτρα’ της (παρα)πληροφόρησης

Η ροή των πληροφοριών και η επεξεργασία τους υπόκεινται διαρκώς σε ποικίλους επηρεασμούς που προκαλούν αλλοίωση του τελικού δημοσιογραφικού προϊόντος. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, ο ‘επικοινωνισμός’ έχει ενισχύσει τους μηχανισμούς παρα-πληροφόρησης, με αποτέλεσμα την κυριαρχία του παρασκηνίου.

Συχνά, η ‘είδηση’ καταλήγει ακόμη και να ‘κατασκευάζεται’ ώστε να απηχεί τις επιδιώξεις του εκάστοτε ρυθμιστή των πληροφοριακών δεδομένων.

Τα φίλτρα από τα οποία διέρχονται οι πληροφορίες για να μετατραπούν σε ειδήσεις προς κοινή κατανάλωση είναι πολλά και συχνά δυσδιάκριτα στο κοινό. Ιδού 10 από αυτά με απλές κουβέντες:

ΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΣ: H αυξημένη προσκόλληση των ελληνικών εφημερίδων στα πολιτικά κόμματα και η τακτική εμπλοκή τους στα προσωπικά πολιτικά ‘παιχνίδια’ και τις κομματικές σκοπιμότητες.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: Οι ιδιοκτήτες του Τύπου, οι οποίοι άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο παρεμβαίνουν στον τρόπο παραγωγής και απεικόνισης του ειδησεογραφικού προϊόντος. Όσοι δε εξ αυτών διατηρούν επιχειρηματικά συμφέροντα εξω-εκδοτικού τύπου έχουν επιπρόσθετους λόγους επέμβασης στο δημοσιογραφικό έργο – πέραν της εξυπηρέτησης της ιδεολογίας τους και των απόψεων του κοινωνικού και επιχειρηματικού τους κύκλου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς και βέβαια το ακόμη μικρότερο μέγεθος της κρίσιμης μάζας των αναγνωστών καθιστούν την πλειονότητα των εφημερίδων απόλυτα εξαρτώμενες από τη διαφήμιση, ιδιαίτερα την κρατική (με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ανεξαρτησία τους).

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΣ: Ο κρατικός προστατευτισμός προς τον Τύπο, ο οποίος εκδηλώνεται υπό τη μορφή σωρείας κανόνων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (ρυθμιστικές παρεμβάσεις στη δημοσίευση ισολογισμών, αγγελιόσημο, ατέλεια κ.λπ.), είναι κύρια αιτία της σημερινής μαλθακότητας των εφημερίδων, οι οποίες ακόμη και στις στιγμές έντονης κριτικής προς την εξουσία, ‘αλληθωρίζουν’ προς την εξουσία και τους πολιτικούς.

ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ: Η εμπλοκή των δημοσιογράφων με την επικοινωνιακή πολιτική των πηγών, δηλαδή τα γραφεία Τύπου  που αποτελούν καλά οργανωμένες οδούς διοχέτευσης έτοιμων προς χρήση, πληροφοριών προς τα Μέσα.

ΑΔΥΝΑΜΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Η σταδιακή αποδυνάμωση του ανθρώπινου παράγοντα, τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης και επαγγελματικών δεξιοτήτων όσο και σε επίπεδο ανταπόκρισης στον κοινωνικό ρόλο της δημοσιογραφίας, έχει ως συνέπεια την απαξίωση ενός πάλαι ποτέ ‘λειτουργήματος’ και την ανάδειξή του σε ένα από τα αγαπημένα αστεία των πολιτών (παπαγαλάκια).

ΑΥΤΟΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ: Ως αποτέλεσμα και του προηγούμενου. Η αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων, οι οποίοι ακολουθούν τη γραμμή του Μέσου στο οποίο εργάζονται, η οποία, εκτός από τις σταθερές παραμέτρους που την καθορίζουν υπόκειται σε ad hoc προσαρμογές, που εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των συμφερόντων.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ: Η έλλειψη σχολών δημοσιογραφίας (όχι επικοινωνίας, έχουμε αρκετές), καθώς και η ελλιπής λειτουργία των επαγγελματικών ενώσεων καθιστούν το επάγγελμα έρμαιο των εξελίξεων. Για λόγους σύγκρισης σημειώνεται ότι η πρώτη από τις εκατοντάδες σχολές δημοσιογραφίας που σήμερα λειτουργούν στις ΗΠΑ ιδρύθηκε το 1904.

ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ: Η εξέταση των πάντων μέσα από το ελληνοκεντρικό πρίσμα – και παρά την ραγδαία εξάπλωση του διαδικτύου – στερεί τη μεταφορά των καλών πρακτικών από το εξωτερικό στην ελληνική αγορά (π.χ. πρακτικοί κανόνες δεοντολογίας, εργασιακά πρότυπα, νέες επαγγελματικές πρακτικές.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΝΟΝΩΝ. Η προηγούμενη κυβέρνηση απέτυχε σε τρεις τομείς: πρώτον, διαφάνεια όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεύτερον, εφαρμογή πραγματικών κανόνων ανταγωνισμού σε μία αγορά, η οποία απαρτίζεται από επιχειρήσεις που λειτουργούν με σκοπό το κέρδος και τρίτον,εξασφάλιση δίκαιης μεταχείρισης των υπολοίπων επιχειρηματικών κλάδων, οι οποίοι δεν διαθέτουν ισχυρούς δημοσιοποιητικούς μηχανισμούς.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει – προς το παρόν – ακουμπήσει τον κλάδο. Δεν ξέρουμε καν αν προτίθεται να κάνει κάτι, ή αφήνει το κοπάδι να ξεκαθαριστεί μόνο του από την κρίση.

 

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι

Σχεδόν η ίδια φάρα. Οι μεν χαϊδεύουν τους δε, οι δεύτεροι θέλουν να γίνουν σαν τους πρώτους. Με τους δικούς τους όρους. Της επικοινωνίας, με το βάρος να πέφτει στο επουσιώδες, αλλά φανταχτερό επιχείρημα, σε βάρος της ουσίας. Οι πρώτοι χρησιμοποιούν τους δεύτερους με επιδεξιότητα και απαξιωτικό τρόπο. Κατ’ ιδίαν, και οι δύο κοροϊδεύουν αλλήλους. Ισχυρίζονται ότι οι μεν είναι τίποτα χωρίς τους δε. Και πάει λέγοντας.

Κάποτε, ένας διευθυντής εφημερίδας, σε μία συζήτηση μού είχε πει ότι αν οι πολίτες ήξεραν πόσο φίλοι είναι οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι δεν θα τούς άρεσε καθόλου. Και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο. Από τη μια η συναναστροφή είναι απαραίτητη, προκειμένου να λειτουργήσει το νταραβέρι της πληροφόρησης, από την άλλη, το νταραβέρι μετατρέπεται σε συνέργεια. Στο έγκλημα.

Πρώτο θύμα η αλήθεια. Έχει ήδη καταχωρηθεί και ιστορικά. Η αλήθεια είναι η πρώτη απώλεια, παράπλευρη η μη, σε ένα διαρκή πόλεμο συμφερόντων, πολεμικών μηχανών, επιχειρήσεων, ή πολιτικών αντιπάλων. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, κάθε επαγγελματική ενασχόληση με την αλήθεια ακολουθεί τον δρόμο της αναξιοπιστίας όπως τα περισσότερα πράγματα σε αυτή τη χώρα.

Προχθες μία ενδιαφέρουσα, underground συζήτηση σε αίθουσα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αμαλίας είχε τίτλο ‘το τέλος των εφημερίδων’. Ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις, στοιχειοθετημένες, νηφάλιες από τους παλαιότερους, ορμητικές και γνήσια ανοργάνωτες από τους νεότερους. Εξ αυτών ξεχώρισε μία κοπέλα, απόφοιτος δημοσιογραφικής σχολής, που μετά από διετή δωρεάν εργασία στο δημοσιογραφικό διαδίκτυο, αποφάσισε, με τα …ίδια έσοδα να ανοίξει δικό της μπλογκ και να γράφει σε συνεργασία με φίλους και συναδέλφους. Το ονόμασε ‘ανοικτή παλάμη’, όνομα το οποίο αιωρήθηκε με διασκεδαστικό τρόπο στη βαρειά αίθουσα της εκδήλωσης.

Δεν γνωρίζω τα κίνητρα της φίλης, τους σκοπούς της ή την ικανότητά της να διερευνά τα διάφορα θέματα. Το γεγονός όμως ότι δραστηριοποιείται σε έναν νέο μιντιακό χώρο, όπου έχει αρθεί το εκδοτικό δικαίωμα και τα νταβατζιλίκια του παρελθόντος έχει ενδιαφέρον και αξίζει την προσοχή όλων. Παρά την καθυστέρηση που βιώνουμε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από πλευράς νοοτροπίας.

«Το τέλος των εφημερίδων»  ως μηχανισμών παραγωγής περιεχομένου αποτελεί θέμα προς συζήτηση. Αυτό που όμως είναι βέβαιο είναι ότι οι εφημερίδες έχουν τελειώσει ως προϊόντα και επιχειρήσεις. Με την παραδοσιακή, δημοσιογραφική έννοια. Μην βιαστείτε να ανατρέξετε σε παραδείγματα κερδοφορίας ή επιβίωσης. Οι καταναλωτικές προσφορές είναι το μόνο μέσο συντήρησης των πωλήσεων.

Μην ξεχνάτε και το τέλος της παλαιοπολιτικής και των πολιτικών. Αυτό κι αν είναι είδηση…

Θα επανέλθω. Ήταν απλώς μία αυτοψυχαναλυτική σημείωση εν μέσω κρίσης. Τα σπουδαία έπονται. Και θα είναι εξόχως δημιουργικά και καταστροφικά…

2 Comments

Filed under Δημοσιογραφία