Tag Archives: Εφημερίδες

Είδες η Μάνια;

Η Μάνια Τεγοπούλου έκανε αυτό ακριβώς που επιτάσσουν οι διεθνείς κανόνες της δημοσιογραφίας. Πεδίο, απ’ ότι φαίνεται άγνωστο για την ΕΣΗΕΑ. Οι προσωπικοί λόγοι που πυροδότησαν τον τσαμπουκά της εκδότριας είναι μάλλον αδιάφοροι μπροστά στην ανάγκη να μπει τέλος στην ανοησία του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού, με τον τρόπο που ασκείται στη χώρα μας. Η στάση των δημοσιογράφων της εφημερίδας, όπως και εκείνων του ‘Πρώτου Θέματος’, πριν από λίγες ημέρες είναι χαρακτηριστικά δείγματα της αυτονόμησης που επιχειρούν εκείνοι που έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο.

Σήμερα, η βιομηχανία των εφημερίδων στην Ελλάδα καταρρέει και οι συνδικαλιστές τής δίνουν μία κλωτσιά για να πέσει γρηγορότερα και πιο χαμηλά. Άλλωστε ανέκαθεν, ο ρόλος των ‘Ενώσεων’ ήταν διακοσμητικός ως προς την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος (public interest), ενώ η δράση τους δεν ήλεγχε ποτέ την εξουσία (watchdog). Υπήρξαν μάλλον τα πουντλ των αφεντικών, με αποστολή τη διατήρηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε ρόλο υποτακτικού, υπηρέτη διαφορετικών αφεντάδων, ανάλογα με την περίσταση και τα συμφέροντα.

Εν προκειμένω βέβαια, οι αφεντάδες καταρρέουν γρηγορότερα και με πάταγο. «Αφεντικά και δούλοι ένα γινήκαμ’ ούλοι», που έλεγαν παλιά. Και η σύγχυση διαιωνίζεται. Για το ποιος είναι το αφεντικό. Οι πολιτικοί, ή οι (μεγαλο)δημοσιογράφοι; Αλλά δεν έχει και τόση σημασία, τελικά.

Το σαθρό μεταπολιτευτικό σύστημα της δημόσιας ζωής γκρεμίζεται οριζόντια με όλα τα χαρακηριστικά του domino effect. Αφορμή η ελληνική κρίση που διέλυσε τα διαπλεκόμενα. Όχι σε επίπεδο αξιών, αλλά διότι δεν έχει μείνει και τίποτα με το οποίο να ‘διαπλεχθούν’.

Οι πολίτες μετατρέπονται σε όχλο και ποδοπατούν πολιτικούς. Σε λίγο θα αρχίσουν να κυνηγούν και όσους φορούν απλώς κοστούμι… Θα θεωρείται αυξημένη η πιθανότητα να θεωρούνται υπεύθυνοι οι ίδιοι, ή να εργάζονται για κάποιον που είναι υπεύθυνος για τη δυστυχία των πολλών. Υπερβολή; Μετά το παράδειγμα Χατζηδάκη, ίσως όχι. Η συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά προσδιορίζεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Αν βιώνουν με ένταση αρνητικές συνθήκες, τότε είναι πολύ πιθανό να αντιδράσουν απρόσμενα, εξαντλώντας το θράσος της στιγμής στην τυφλή βία.

Οι δημοσιογράφοι – δημόσια πρόσωπα, προς το παρόν τη γλυτώνουν, ίσως λόγω καλύτερης φρούρησης, ίσως διότι ακόμη, υπάρχουν συμπολίτες μας, οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τούς πλησιάζουν με το αφελές βλέμμα της προσδοκίας. Αν, όμως, γνώριζαν τις στενές σχέσεις τους με τους πολιτικούς, θα τους συμπεριφέρονταν ίσως λίγο σκληρότερα. Και αυτό γιατί οι στιγμές της δημόσιας παραπλάνησης θα τούς έρχονταν βίαια στο μυαλό και θα «έπαιρναν ανάποδες».

Σε όλο αυτό το περιβάλλον, η αλήθεια πάει περίπατο. Η αλήθεια για το μνημόνιο, για το τι μάς έφερε έως εδώ, τί πρέπει να γίνει, γιατί οι πολιτικοί μας συνεχίζουν να λογομαχούν χωρίς να συμβαίνει τίποτα… Οι δε δημοσιογράφοι συνεχίζουν να καταγράφουν την παράνοια, ως εκπρόσωποι ενός συστήματος δημοσιότητας που αποσυντίθεται.

Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της μαζικότητας του διαδικτύου, οι περισσότερες εφημερίδες δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Ως προϊόντα, αλλά και ευρύτερα ως επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα αυτό έχει συμβεί εδώ και καιρό. Η παράταση της πτώσης ήταν τεχνητή (βλ. καταναλωτικές προσφορές, από σπίτια (κάποτε), ‘ξυστά’ αυτοκίνητα, μουσικές λαϊκών διασήμων, έως κινηματογραφικές ταινίες πρώτης ή δεύτερης διαλογής). Από το άλλο μέρος, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κατά την τελευταία δεκαετία, περισσότερες από τις μισές πολιτικές εφημερίδες στη χώρα μας εκδίδονταν αποσκοπώντας αποκλειστικά στην αποδελτίωση. Γράφοντας για πολιτικούς, θεωρούσαν ότι συνομιλούσαν με την εξουσία, με …πολλούς τρόπους.

Ορισμένες εφημερίδες θα καταφέρουν να πάρουν παράταση, αλλά σε χαμηλότερα επίπεδα πωλήσεων και ίσως όχι με καθημερινή κυκλοφορία. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται γροθιά στο μαχαίρι. Και η Μάνια το έκανε. Χωρίς το ψευδο-lifestyle που συνοδεύει την νεοελληνική ‘μανταλιτέ’, που έλεγε και ένας πολιτικός, που δοκίμαζε τα αγγλικά του στα παράθυρα. Η ίδια αναγνωρίζει, μάλλον, ότι το παιχνίδι έχει σκληρύνει και η ακύρωση της δημοσιοποιητικής λειτουργίας των Μέσων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς, κανείς εκ των οποίων δεν αντιστοιχεί στην επιβίωση του κλάδου.

Η διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» ξεκίνησε και το μοναδικό όπλο των δημοσιογράφων αποτελεί μία απλή διαπίστωση: ότι, προς το παρόν, δημοσιογραφία σημαίνει ανθρώπινος νουςΑυτό σημαίνει πολλά για εκείνους που μπορούν να τον χειριστούν με κριτήριο την πρόοδο…

 

Advertisements

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Το τέλος των χάρτινων ειδήσεων

Στην αρχή είπαν ότι ήταν το ραδιόφωνο. Μετά κοίταξαν με τρόμο την τηλεόραση. Έπειτα, με τηνέλευση του διαδικτύου, κατάλαβαν ότι το τέλος έχει γραφτεί. Οι εφημερίδες – με την παλιά έννοια – είχαν τελειώσει.

Στα πρώτα χρόνια της συνύπαρξης, οι εφημερίδες προστάτευσαν το περιεχόμενό τους, διατηρώντας τις απέραντες ιστοσελίδες του δικτυακού τους τόπου άδειες. Μετά άρχισαν να γεμίζουν τον χώρο με ειδήσεις του χθες. Αργότερα, συνδύαζαν τρέχουσα ροή με την ύλη του έντυπου προϊόντος. Σήμερα, γνωρίζουν ότι το site είναι πλέον πιο σημαντικό από τη μεγάλη “εφήμερη” γεροντοκόρη-αδελφή του.

Όταν αναφέρεις στους Αμερικανούς ή τους Άγγλους την έννοια του εφήμερου (ephemeral), ενθουσιάζονται. Θεωρούν ιδανική την ονομασία που έχουμε δώσει στην εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα, τέλεια για την προορισμό και τη μορφή του προϊόντος. Οι ίδιοι τις αποκαλούν απλά «χαρτιά των ειδήσεων» (newspapers). Στην ελληνική, ο όρος εκφράζει με ακρίβεια, αλλά και έντονο συμβολισμό ένα προϊόν το οποίο γεννιέται και πεθαίνει την ίδια ημέρα.

Σε περιόδους κρίσης και ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, ιδιαίτερα στην επικοινωνιακή βιομηχανία, η έννοια του εφήμερου τείνει να περιγράψει και κάτι ακόμη. Κάτι πιο ευαίσθητο από το περιεχόμενο των ειδήσεων, και του τρόπου με τον οποίο αυτές «στρώνονται» στα προγράμματα σελιδοποίησης. Περιγράφει το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό. Τους συντάκτες, τους βοηθούς, τους ρεπόρτερ, τους μαθητευόμενους, τους νέους από τα «εργαστήρια», τις χιλιάδες πτυχιούχων επικοινωνιολόγων, οι οποίοι προσέγγισαν όσο ήταν δυνατό (στην Ελλάδα) τον ακαδημαϊκό χώρο της δημοσιογραφίας και που μόλις πριν από λίγα χρόνια έπιασαν για πρώτη φορά πληκτρολόγιο με σοβαρό σκοπό. Όλοι αυτοί δοκιμάζονται από τις αλλαγές και τις δομικές αναπροσαρμογές του χώρου. Στην ίδια θέση βρίσκονται και οι παλαιότεροι του επαγγέλματος. Εκείνοι που σκέφτονται καλύτερα στο χαρτί. Αλλά και άλλοι, οι οποίοι είναι φτασμένοι αρκετά, ώστε να μην ασχολούνται με τα τετριμμένα.

Η τεχνολογία τους προκαλεί, τους αναστατώνει και εντέλει τούς προσπερνά όλους αν οι ίδιοι δεν ασχοληθούν με τη δια βίου προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα και τις τεχνικές. Μαζί και τα αφεντικά, που δεν ξέρουν πως να χειριστούν την αλλαγή. Θριαμβευτές του εμπειρισμού, πάσης φύσεως προέλευσης, δεν έχουν περιθώρια για επιμόρφωση. Τις εξελίξεις τις έχουν αφήσει στους μυημένους ή στα μεγαλο-στελέχη. Οι ίδιοι ασχολούνται με την υψηλή πολιτική, θεωρώντας ότι επηρεάζουν τις τύχες της χώρας. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μπορεί και να το πράττουν.

Σήμερα, μόλις 3 στους 10 Έλληνες πιάνει καθημερινά στα χέρια του εφημερίδα. Η καθημερινή αγορά είναι κλινικά νεκρή. Διατηρείται μόνο και μόνο για τις αποδελτιώσεις που διοχετεύονται στα κέντρα εξουσίας και την μικρή συμμετοχή της στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ημερήσιας ατζέντας. Όποιος ισχυρίζεται ότι η αγορά του Σαββατοκύριακου είναι ισχυρή, η απάντηση είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο κλάδος θα μπορούσε να καταποντιστεί μέσα σε δύο μήνες, αν έλειπαν τα δώρα και οι προσφορές. Η δε λανθάνουσα αγορά του free press, παραμένει …λανθάνουσα.

Στην Ελλάδα των δεκάδων εφημερίδων, των πολλών τηλεοπτικών καναλιών και των αμέτρητων περιοδικών, που διατηρούνται με πείσμα στην κυκλοφορία, η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Σε λίγα χρόνια οι καθημερινές χάρτινες εφημερίδες θα μάς έχουν απαλλάξει από την παρουσία τους. Θα έχουν απομείνει οι αντίστοιχοι ιστότοποι και οι Κυριακάτικες εκδόσεις. Η δεύτερη αγορά θα είναι αυτή του Σαββάτου. Το περιεχόμενο θα επαναπροσδιοριστεί, προκειμένου να κερδίσει επιπλέον κοινό, ενσωματώνοντας όλο και περισσότερα συμπληρωματικά έντυπα, πιέζοντας τις δευτερεύουσες αγορές.

Έως σήμερα, οι ελληνικές εφημερίδες ζούσαν σε μία από τις προστατευμένες αγορές διεθνώς. Αγγελιόσημο, επιδοτήσεις, κρατική διαφήμιση, ισολογισμοί, υπέρογκος τραπεζικός δανεισμός, και άλλες, λιγότερο διαφανείς συναλλαγές, που ούτε οι υπουργοί δεν μπορούν να ακουμπήσουν.

Με λίγα λόγια αντλούν πόρους από το κράτος μέσω παρωχημένων διατάξεων του παρελθόντος και υψηλού επιπέδου πελατειακής σχέσης με τους διαχειριστές του δημοσίου χρήματος.

Το πάρτυ όμως έχει τελειώσει. Την πρίζα την τράβηξε ο Τόμσεν όταν έφτασε στην Ελλάδα. Και όταν η μουσική σταμάτησε, οι καρέκλες που είχαν απομείνει ήταν πολύ λιγότερες από παλιά.

Και για τα αφεντικά, αλλά και τους συντάκτες…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης