Tag Archives: Μέσα Ενημέρωσης

Ο Μιχελάκης και ο ‘κοσμάκης’

Το τελευταίο διάστημα, ο Αντώνης Σαμαράς έχει σημάνει την έναρξη γενικού ρεκτιφιέ του κομματικού μηχανισμού της Νέας Δημοκρατίας. Με τα νέα γραφεία, το νέο σήμα, το νέο site (προς το παρόν, ευτυχώς, σε beta έκδοση), η προσπάθεια ανανέωσης της εικόνας της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτό, επελέγη ο δημοσιογράφος Γιάννης Μιχελάκης ως η προμετωπίδα του επικοινωνιακού μηχανισμού της ΝΔ, ο οποίος, σε επίπεδο στελεχών ενισχύεται από δύο αναπληρωτές (Γεροντόπουλο, Τζότζολα), έναν επικεφαλής Γραφείου Τύπου (Μουρούτη) και έναν ειδικό επί του διαδικτύου (Πτωχό). Ολοι αυτοί προφανώς περιστοιχίζονται από συνεργάτες, ενώ, όπως διαβάζω στο ενημερωμένο newpost.gr, άλλοι 22 εργαζόμενοι παρακολουθούν διαρκώς το διαδίκτυο και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Μία μικρή αίθουσα σύνταξης δηλαδή.

Ο κυβερνοχώρος υποδέχθηκε τον διορισμό Μιχελάκη με ανάμικτα συναισθήματα. Ορισμένα sites ασχολήθηκαν με λεπτομέρειες από το παρελθόν του δημοσιογράφου στον Ant1 και αλλού, άλλα σφύριξαν αδιάφορα (όταν θέλει το συνάφι σνομπάρει μέσω της αποχής, γνωρίζοντας πόσο η μη-δημοσιότητα πληγώνει τους συναδέλφους), ενώ πιο συγκροτημένοι ιστότοποι πολιτικού περιεχομένου, προέβησαν σε περαιτέρω ανάλυση.

Στο statesmen.gr θεωρούν ότι ο Μιχελάκης έχει όλες τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των εφαρμογών υψηλής τεχνολογίας της Συγγρού, προκειμένου να διαπρέψει, εισάγοντας νέο μοντέλος επικοινωνίας. Εκεί σημείωναν με την ανάληψη των καθηκόντων: «Η αλλαγή στο μοντέλο δημοσιοποίησης των θέσεων της ΝΔ είναι εμφανής, καθώς τα briefings των πολιτικών συντακτών που διοργανώνονταν μέχρι πρότινος, έχουν αντικατασταθεί από στοχευμένες ανακοινώσεις του Γραφείου Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, που δίνουν θεσμικές απαντήσεις στην Κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ, ή επιχειρούν να διαμορφώσουν μέρος της ατζέντας της καθημερινότητας, επί της οποίας θα διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.» (βλ. Τι αλλάζει ο Μιχελάκης)

Στο newpost.gr ήταν πιο επιφυλακτικοί, ίσως γιατί δεν αντέχουν ‘διάδοχες καταστάσεις’ (μετά την επικοινωνιακή ομάδα Καραμανλή, το χάος). Έγραφαν πρόσφατα σε άρθρο με τίτλο ‘Για να δούμε τι ψάρια θα πιάσει ο Μιχελάκης…’ σχετικά με την αποτελεσματικότητα του καθημερινού γαλάζιου μπρίφινγκ: “θα γίνεται μια ώρα πριν από αυτό του κυβερνητικού εκπροσώπου Γιώργου Πεταλωτή. Αυτό εμπεριέχει ένα καλό: να βάζει ζητήματα και ενίοτε να επιβάλει την πολιτική ατζέντα. Εμπεριέχει και ένα κακό: ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να τον “γράφει” κανονικά και να περνάει τη δική του ατζέντα, αφήνοντας τις απαντήσεις στον Μιχελάκη για τις γραπτές ανακοινώσεις του απογεύματος. Θα εξαρτηθεί βέβαια από τα θέματα που θα θέτει…”.

Σήμερα, η ατάκα της ημέρας με την οποία ξεκίνησε το μπρίφινγκ στη Συγγρού ελπίζουμε να μην κριθεί αποτελεσματική γιατί πρωτίστως ήταν ανάρμοστη: “Το όχι στα σκληρά μέτρα δεν είναι για να χαιδέψουμε τα αυτιά του κοσμάκη”, είπε ο Μιχελάκης, καταμαρτυρώντας τη νοοτροπία της πολιτικής-ρετιρέ. Δεν χρειάζεται να σχολιάσω περαιτέρω. Η διαδρομή σκέψης που φανερώνει η λέξη “κοσμάκης” είναι αυτό ακριβώς από το οποίο προσπαθούμε, ως πολίτες και ως χώρα να ξεφύγουμε.

Καλή αρχή Εκπρόσωπε…

Leave a comment

Filed under Πολιτική

Είδες η Μάνια;

Η Μάνια Τεγοπούλου έκανε αυτό ακριβώς που επιτάσσουν οι διεθνείς κανόνες της δημοσιογραφίας. Πεδίο, απ’ ότι φαίνεται άγνωστο για την ΕΣΗΕΑ. Οι προσωπικοί λόγοι που πυροδότησαν τον τσαμπουκά της εκδότριας είναι μάλλον αδιάφοροι μπροστά στην ανάγκη να μπει τέλος στην ανοησία του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού, με τον τρόπο που ασκείται στη χώρα μας. Η στάση των δημοσιογράφων της εφημερίδας, όπως και εκείνων του ‘Πρώτου Θέματος’, πριν από λίγες ημέρες είναι χαρακτηριστικά δείγματα της αυτονόμησης που επιχειρούν εκείνοι που έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο.

Σήμερα, η βιομηχανία των εφημερίδων στην Ελλάδα καταρρέει και οι συνδικαλιστές τής δίνουν μία κλωτσιά για να πέσει γρηγορότερα και πιο χαμηλά. Άλλωστε ανέκαθεν, ο ρόλος των ‘Ενώσεων’ ήταν διακοσμητικός ως προς την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος (public interest), ενώ η δράση τους δεν ήλεγχε ποτέ την εξουσία (watchdog). Υπήρξαν μάλλον τα πουντλ των αφεντικών, με αποστολή τη διατήρηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε ρόλο υποτακτικού, υπηρέτη διαφορετικών αφεντάδων, ανάλογα με την περίσταση και τα συμφέροντα.

Εν προκειμένω βέβαια, οι αφεντάδες καταρρέουν γρηγορότερα και με πάταγο. «Αφεντικά και δούλοι ένα γινήκαμ’ ούλοι», που έλεγαν παλιά. Και η σύγχυση διαιωνίζεται. Για το ποιος είναι το αφεντικό. Οι πολιτικοί, ή οι (μεγαλο)δημοσιογράφοι; Αλλά δεν έχει και τόση σημασία, τελικά.

Το σαθρό μεταπολιτευτικό σύστημα της δημόσιας ζωής γκρεμίζεται οριζόντια με όλα τα χαρακηριστικά του domino effect. Αφορμή η ελληνική κρίση που διέλυσε τα διαπλεκόμενα. Όχι σε επίπεδο αξιών, αλλά διότι δεν έχει μείνει και τίποτα με το οποίο να ‘διαπλεχθούν’.

Οι πολίτες μετατρέπονται σε όχλο και ποδοπατούν πολιτικούς. Σε λίγο θα αρχίσουν να κυνηγούν και όσους φορούν απλώς κοστούμι… Θα θεωρείται αυξημένη η πιθανότητα να θεωρούνται υπεύθυνοι οι ίδιοι, ή να εργάζονται για κάποιον που είναι υπεύθυνος για τη δυστυχία των πολλών. Υπερβολή; Μετά το παράδειγμα Χατζηδάκη, ίσως όχι. Η συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά προσδιορίζεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Αν βιώνουν με ένταση αρνητικές συνθήκες, τότε είναι πολύ πιθανό να αντιδράσουν απρόσμενα, εξαντλώντας το θράσος της στιγμής στην τυφλή βία.

Οι δημοσιογράφοι – δημόσια πρόσωπα, προς το παρόν τη γλυτώνουν, ίσως λόγω καλύτερης φρούρησης, ίσως διότι ακόμη, υπάρχουν συμπολίτες μας, οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τούς πλησιάζουν με το αφελές βλέμμα της προσδοκίας. Αν, όμως, γνώριζαν τις στενές σχέσεις τους με τους πολιτικούς, θα τους συμπεριφέρονταν ίσως λίγο σκληρότερα. Και αυτό γιατί οι στιγμές της δημόσιας παραπλάνησης θα τούς έρχονταν βίαια στο μυαλό και θα «έπαιρναν ανάποδες».

Σε όλο αυτό το περιβάλλον, η αλήθεια πάει περίπατο. Η αλήθεια για το μνημόνιο, για το τι μάς έφερε έως εδώ, τί πρέπει να γίνει, γιατί οι πολιτικοί μας συνεχίζουν να λογομαχούν χωρίς να συμβαίνει τίποτα… Οι δε δημοσιογράφοι συνεχίζουν να καταγράφουν την παράνοια, ως εκπρόσωποι ενός συστήματος δημοσιότητας που αποσυντίθεται.

Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της μαζικότητας του διαδικτύου, οι περισσότερες εφημερίδες δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Ως προϊόντα, αλλά και ευρύτερα ως επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα αυτό έχει συμβεί εδώ και καιρό. Η παράταση της πτώσης ήταν τεχνητή (βλ. καταναλωτικές προσφορές, από σπίτια (κάποτε), ‘ξυστά’ αυτοκίνητα, μουσικές λαϊκών διασήμων, έως κινηματογραφικές ταινίες πρώτης ή δεύτερης διαλογής). Από το άλλο μέρος, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κατά την τελευταία δεκαετία, περισσότερες από τις μισές πολιτικές εφημερίδες στη χώρα μας εκδίδονταν αποσκοπώντας αποκλειστικά στην αποδελτίωση. Γράφοντας για πολιτικούς, θεωρούσαν ότι συνομιλούσαν με την εξουσία, με …πολλούς τρόπους.

Ορισμένες εφημερίδες θα καταφέρουν να πάρουν παράταση, αλλά σε χαμηλότερα επίπεδα πωλήσεων και ίσως όχι με καθημερινή κυκλοφορία. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται γροθιά στο μαχαίρι. Και η Μάνια το έκανε. Χωρίς το ψευδο-lifestyle που συνοδεύει την νεοελληνική ‘μανταλιτέ’, που έλεγε και ένας πολιτικός, που δοκίμαζε τα αγγλικά του στα παράθυρα. Η ίδια αναγνωρίζει, μάλλον, ότι το παιχνίδι έχει σκληρύνει και η ακύρωση της δημοσιοποιητικής λειτουργίας των Μέσων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς, κανείς εκ των οποίων δεν αντιστοιχεί στην επιβίωση του κλάδου.

Η διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» ξεκίνησε και το μοναδικό όπλο των δημοσιογράφων αποτελεί μία απλή διαπίστωση: ότι, προς το παρόν, δημοσιογραφία σημαίνει ανθρώπινος νουςΑυτό σημαίνει πολλά για εκείνους που μπορούν να τον χειριστούν με κριτήριο την πρόοδο…

 

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Τροβαδούροι και παλιάτσοι

Τον προηγούμενο αιώνα, ο πυρήνας της δημοσιογραφίας, εκεί όπου στηρίχθηκε η εκρηκτική ανάπτυξή της, ήταν η διαμεσολάβηση, το προνόμιο, δηλαδή, του δημοσιογράφου να απευθύνεται στις πηγές, να διερευνά θέματα και να απαιτεί απαντήσεις εκ μέρους των πολιτών.  Η δράση αυτή είναι παλιά όσο και ο λόγος.

Μερικούς αιώνες αιώνες πριν, στην Ευρώπη, οι τροβαδούροι μελοποιούσαν και μετέφεραν στις πόλεις τα συμβάντα, τα κατορθώματα από τα πεδία των μαχών, ακόμη και τις ερωτικές περιπέτειες πριγκηπισσών που σκανδάλιζαν την κοινωνία του τόπου τους. Την εποχή εκείνη περιδιαβαίνουν τα σύνορα μεταφέροντας τις πρώτες μορφές infotainment στην ιστορία της επικοινωνίας, προσελκύοντας την προσοχή των ανθρώπων. Τότε ο ορίζοντας ήταν μακρύς και φαντασιακά αδιάβατος. Για πολλούς, τότε, αντιπροσωπεύει και το τέλος του κόσμου. Έτσι, οι ιστορίες από μακρινούς τόπους ακούγονται πάντοτε συναρπαστικές στα αυτιά των χωρικών και των πρώτων αστών.

Οι τροβαδούροι και αργότερα τα βιβλία, φρόντισαν για το ταξίδι των λέξεων από τη μία χώρα στην άλλη και κατόπιν, μεταξύ ηπείρων. Τότε ο κόσμος ήταν μεγάλος. Τα μηνύματα μεγεθυμένα. Αλλά η πρακτική δεν ήταν τελείως καινούργια.

Πολλούς αιώνες πριν, ο Θουκυδίδης, για πολλούς ο πρώτος πολεμικός ανταποκριτής στην ιστορία της Ανθρωπότητας, κατέγραφε και διηγόταν τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Φημολογείται ότι είχε ακολουθήσει εκστρατείες και αλλού, πέρα από την ελληνική θάλασσα. Κάπου στο έργο του, περιγράφει τη δυσκολία διασταύρωσης των πληροφοριών, ακόμη και όταν αυτές προέρχονται από ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Αναγνώριζε πολύ καλά – και προσπαθούσε να την εντοπίσει και να την αποκόψει από τα κείμενά του – την επίδραση που προκαλούσε η υποκειμενικότητα, αλλά και το ξεγέλασμα των ματιών, ακόμη και του αυτόπτη μάρτυρα.

Η αδυναμία αντικειμενικής αναπαραγωγής του γεγονότος από αυτόπτες μάρτυρες είναι κλασικό παράδειγμα στο ακαδημαϊκό σώμα της επιστήμης της δημοσιογραφίας, σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η αποτύπωση της εντύπωσής μας για τα πράγματα είναι απόλυτα υποκειμενική. Στηρίζεται στην ικανότητα ερμηνείας του γεγονότος, σε προηγούμενες, παρόμοιες ερμηνείες, που έχουν ήδη διαμορφώσει “τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα”, ενώ θα ήθελα να ισχυριστώ ότι σημαντική παραμόρφωση επέρχεται από αυτή καθεαυτή την ανάγκη των ανθρώπων να αποδίδουν πάντα μια εξήγηση σε κάθετί που συμβαίνει. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης, και η ανάγκη πλήρωσης του “γιατί” αμείλικτη. Είτε πρόκειται για το παπούτσι που εξφενδόνισε ο ιρακινός δημοσιογράφος στον Μπους, είτε για το πρόσφατο παρόμοιο, περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, το οποίο, προφανώς, υπήρξε αντιγραφή του αυθεντικού γεγονότος, που προκάλεσε την παγκόσμια προβολή του.

Όταν οι δημοσιογράφοι διαμεσολαβούν μεταξύ γεγονότων και ακροατηρίου (πολιτών), η αντικειμενικότητα πάει περίπατο. Και βέβαια, δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις στις οποίες η παραμόρφωση, η στρέβλωση αποτελούν μέρη συνειδητής στρατηγικής. Εκεί λειτουργεί η θεματική ατζέντα των πηγών, ο ρόλος του διαμορφωτή, ο κομματικός ινστρούχτορας και φυσικά, η επιδίωξη, ο τελικός στόχος, το endgame, που λένε.

Σε περιόδους κατά τις οποίες η πολιτική διέρχεται κρίση, η προηγούμενη διαδικασία συμβαίνει σε υπερθετικό βαθμό. Τα δε Μέσα Ενημέρωσης, τα οποία βρίσκονται πάντα σε κρίση, απορροφούν τις “σαχλαμάρες” με μανία. Αρκεί να εξυπηρετούν βασικές αξίες της είδησης, όπως: πρόσωπα-πρωταγωνιστές, αντιπαλότητα, παρασκήνιο, ένταση, εθνική διάσταση, και πρωτίστως, πωλήσεις, τηλεθέαση, ακροαματικότητα, κλικς.

Εκεί τα πράγματα μπορεί να γίνουν ανεξέλεγκτα (όπως σήμερα, στη χώρα μας), να ξεπεράσουν τον κοινό νου και να οδεύσουν προς τη γελοιοποίηση.

Στο παιχνίδι αυτό, οι τροβαδούροι βρίσκονται στα στούντιο, στις αίθουσες σύνταξης, πίσω από τις ψηφιακές “φλούδες περιεχομένου” που απεικονίζονται στις οθόνες των υπολογιστών και φιλοξενούν ειδήσεις, σχολιασμό και κατασκευασμένες πληροφορίες με στόχο τις μικρο-εντυπώσεις.

Στον ψηφιακό κόσμο, η αμεσότητα εξασφαλίζει το άμεσο σέρβις. Χωρίς καθυστέρηση. Οι πολιτικοί, συντονισμένοι, πλέον στο νέο μιντιακό παιχνίδι στην τηλεόραση ή το διαδίκτυο, “απολαμβάνουν” τις μικρές στιγμές τους, που τούς συντηρεί τη διακεκριμένη παρουσία τους στα σύγχρονα καφενεία.

Οι τροβαδούροι πλέον κυριαρχούν, αλλά δεν ταξιδεύουν στην ηρεμία της φύσης, όπως τότε στον Μεσαίωνα, συναντούν τους παλιάτσους της πολιτικής και κατηφορίζουν με ταχύτητα τη λεωφόρο των πληροφοριών…

Leave a comment

Filed under Δημοσιογραφία

Το τέλος των χάρτινων ειδήσεων

Στην αρχή είπαν ότι ήταν το ραδιόφωνο. Μετά κοίταξαν με τρόμο την τηλεόραση. Έπειτα, με τηνέλευση του διαδικτύου, κατάλαβαν ότι το τέλος έχει γραφτεί. Οι εφημερίδες – με την παλιά έννοια – είχαν τελειώσει.

Στα πρώτα χρόνια της συνύπαρξης, οι εφημερίδες προστάτευσαν το περιεχόμενό τους, διατηρώντας τις απέραντες ιστοσελίδες του δικτυακού τους τόπου άδειες. Μετά άρχισαν να γεμίζουν τον χώρο με ειδήσεις του χθες. Αργότερα, συνδύαζαν τρέχουσα ροή με την ύλη του έντυπου προϊόντος. Σήμερα, γνωρίζουν ότι το site είναι πλέον πιο σημαντικό από τη μεγάλη “εφήμερη” γεροντοκόρη-αδελφή του.

Όταν αναφέρεις στους Αμερικανούς ή τους Άγγλους την έννοια του εφήμερου (ephemeral), ενθουσιάζονται. Θεωρούν ιδανική την ονομασία που έχουμε δώσει στην εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα, τέλεια για την προορισμό και τη μορφή του προϊόντος. Οι ίδιοι τις αποκαλούν απλά «χαρτιά των ειδήσεων» (newspapers). Στην ελληνική, ο όρος εκφράζει με ακρίβεια, αλλά και έντονο συμβολισμό ένα προϊόν το οποίο γεννιέται και πεθαίνει την ίδια ημέρα.

Σε περιόδους κρίσης και ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, ιδιαίτερα στην επικοινωνιακή βιομηχανία, η έννοια του εφήμερου τείνει να περιγράψει και κάτι ακόμη. Κάτι πιο ευαίσθητο από το περιεχόμενο των ειδήσεων, και του τρόπου με τον οποίο αυτές «στρώνονται» στα προγράμματα σελιδοποίησης. Περιγράφει το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό. Τους συντάκτες, τους βοηθούς, τους ρεπόρτερ, τους μαθητευόμενους, τους νέους από τα «εργαστήρια», τις χιλιάδες πτυχιούχων επικοινωνιολόγων, οι οποίοι προσέγγισαν όσο ήταν δυνατό (στην Ελλάδα) τον ακαδημαϊκό χώρο της δημοσιογραφίας και που μόλις πριν από λίγα χρόνια έπιασαν για πρώτη φορά πληκτρολόγιο με σοβαρό σκοπό. Όλοι αυτοί δοκιμάζονται από τις αλλαγές και τις δομικές αναπροσαρμογές του χώρου. Στην ίδια θέση βρίσκονται και οι παλαιότεροι του επαγγέλματος. Εκείνοι που σκέφτονται καλύτερα στο χαρτί. Αλλά και άλλοι, οι οποίοι είναι φτασμένοι αρκετά, ώστε να μην ασχολούνται με τα τετριμμένα.

Η τεχνολογία τους προκαλεί, τους αναστατώνει και εντέλει τούς προσπερνά όλους αν οι ίδιοι δεν ασχοληθούν με τη δια βίου προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα και τις τεχνικές. Μαζί και τα αφεντικά, που δεν ξέρουν πως να χειριστούν την αλλαγή. Θριαμβευτές του εμπειρισμού, πάσης φύσεως προέλευσης, δεν έχουν περιθώρια για επιμόρφωση. Τις εξελίξεις τις έχουν αφήσει στους μυημένους ή στα μεγαλο-στελέχη. Οι ίδιοι ασχολούνται με την υψηλή πολιτική, θεωρώντας ότι επηρεάζουν τις τύχες της χώρας. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μπορεί και να το πράττουν.

Σήμερα, μόλις 3 στους 10 Έλληνες πιάνει καθημερινά στα χέρια του εφημερίδα. Η καθημερινή αγορά είναι κλινικά νεκρή. Διατηρείται μόνο και μόνο για τις αποδελτιώσεις που διοχετεύονται στα κέντρα εξουσίας και την μικρή συμμετοχή της στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ημερήσιας ατζέντας. Όποιος ισχυρίζεται ότι η αγορά του Σαββατοκύριακου είναι ισχυρή, η απάντηση είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο κλάδος θα μπορούσε να καταποντιστεί μέσα σε δύο μήνες, αν έλειπαν τα δώρα και οι προσφορές. Η δε λανθάνουσα αγορά του free press, παραμένει …λανθάνουσα.

Στην Ελλάδα των δεκάδων εφημερίδων, των πολλών τηλεοπτικών καναλιών και των αμέτρητων περιοδικών, που διατηρούνται με πείσμα στην κυκλοφορία, η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Σε λίγα χρόνια οι καθημερινές χάρτινες εφημερίδες θα μάς έχουν απαλλάξει από την παρουσία τους. Θα έχουν απομείνει οι αντίστοιχοι ιστότοποι και οι Κυριακάτικες εκδόσεις. Η δεύτερη αγορά θα είναι αυτή του Σαββάτου. Το περιεχόμενο θα επαναπροσδιοριστεί, προκειμένου να κερδίσει επιπλέον κοινό, ενσωματώνοντας όλο και περισσότερα συμπληρωματικά έντυπα, πιέζοντας τις δευτερεύουσες αγορές.

Έως σήμερα, οι ελληνικές εφημερίδες ζούσαν σε μία από τις προστατευμένες αγορές διεθνώς. Αγγελιόσημο, επιδοτήσεις, κρατική διαφήμιση, ισολογισμοί, υπέρογκος τραπεζικός δανεισμός, και άλλες, λιγότερο διαφανείς συναλλαγές, που ούτε οι υπουργοί δεν μπορούν να ακουμπήσουν.

Με λίγα λόγια αντλούν πόρους από το κράτος μέσω παρωχημένων διατάξεων του παρελθόντος και υψηλού επιπέδου πελατειακής σχέσης με τους διαχειριστές του δημοσίου χρήματος.

Το πάρτυ όμως έχει τελειώσει. Την πρίζα την τράβηξε ο Τόμσεν όταν έφτασε στην Ελλάδα. Και όταν η μουσική σταμάτησε, οι καρέκλες που είχαν απομείνει ήταν πολύ λιγότερες από παλιά.

Και για τα αφεντικά, αλλά και τους συντάκτες…

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης

Οι ‘ακάλυπτοι’ της διαπλοκής

Η κρίση αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει την ελληνική δημοσιογραφία ανέκαθεν ήταν αποτέλεσμα διαπλοκής των Μέσων με τρίτους. Πολιτικούς, επιχειρηματίες, επενδυτές, ακόμη και κοινωνικές οργανώσεις ή think tanks. Κυρίαρχο σύμπτωμα του φαινομένου είναι η σταδιακή αποδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού στις αγορές της ενημέρωσης και επικοινωνίας και η απορρόφηση της λεγόμενης ‘Τέταρτης Εξουσίας’ από τις υπόλοιπες. Αυτό σημαίνει ότι ο δημοσιογράφος πλέον παύει να προσεγγίζει τα γεγονότα με ουδετερότητα (πολλοί βέβαια δεν το έχουν πράξει ποτέ) και υιοθετεί δικά του κριτήρια (ή των αφεντικών του) με τα οποία ‘φιλτράρει’ τα γεγονότα, προτού τα μετατρέψει σε είδηση ή επίκαιρο σχόλιο.

Η στάση αυτή, πέρα από την παραπλάνηση του κοινού, το οποίο, βέβαια, συχνά – ιδιαίτερα σε χώρες που αυτοκυριεύονται από το θυμικό τους, όπως οι Ελλάδα – επιθυμεί να καθοδηγείται στα επιμέρους, αρκεί να συμφωνεί με τη γενική ‘γραμμή’, έχει ως συνέπεια τη μετατροπή των δημοσιογράφων από– εξ ορισμού – υπερασπιστές του δημόσιου συμφέροντος σε απλούς εκφραστές συμφερόντων των ισχυρών πολιτικοοικονομικών και επιχειρηματικών ομάδων.

Στη χώρα μας το δημοσιογραφικό επάγγελμα διέρχεται κρίση αξιοπιστίας διαχρονικά. Απλώς η πλατφόρμα αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Από τις εφημερίδες ιδεολογίας του παρελθόντος στην τηλεόραση και από τους ιστότοπους γνώμης και τα blogs, έως αυτό που ακολουθεί τη νέα δεκαετία που έρχεται, η διαιώνιση της διαπλοκής του επαγγέλματος με το πολιτικό παιχνίδι και τα προσωπικά συμφέροντα της τάξης των επιχειρηματιών που αναδύονται την εκάστοτε περίοδο, θα έχει ως συνέπεια τη διατήρηση της απόστασης των δημοσιογράφων από το συλλογικό συμφέρον.

Οι πρακτικές αυτές κράτησαν πάντα τον μέσο Έλληνα δημοσιογράφο σε ρόλο ακόλουθου της εξουσίας. Ακόμη και η – λεγόμενη – ‘αποκαλυπτική δημοσιογραφία’, στις υπηρεσίες κάποιου ανήκει, εξυπηρετώντας (συχνά έναντι αντιτίμου) τις στρατηγικές των ιθυνόντων.

Η λιγότερο προφανής όμως επίπτωση από τη στενή σχέση των διαφόρων ελίτ με τους δημοσιογράφους είναι αρκετά σοβαρότερη και αφορά το μέλλον του επαγγέλματος, το οποίο ήδη πιέζεται από την τεχνολογία. Η αποδιαμεσολάβηση που προκαλεί η αμεσότητα του διαδικτύου, μεταξύ πηγών και ‘δημοσιοποιητών’ είναι μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη και από την αναξιοπιστία που υπονοεί η λέξη ‘παπαγαλάκια’. Άλλωστε, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι σήμερα επιδιώκουν να δρουν στην ασφάλεια του κλουβιού, παρά να δρουν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις.

Βέβαια, η τεχνολογία παραμένει με το μέρος τους. Όσο απειλητικός φαντάζει ο κίνδυνος της αποδιαμεσολάβησης λόγω της άμεσης επαφής των πηγών με το κοινό τους, άλλο τόσο το ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί μοναδική ευκαιρία εξερεύνησης νέων ιδεών και νέων τύπων περιεχομένου.

Και βέβαια, όσο προχωρεί η ψηφιοποίηση της ζωής των πολιτών, η ανάπτυξη της νέας δημοσιογραφίας θα δημιουργεί νέα δεδομένα, αλλά και νέους ‘διαμεσολαβητές’. Η ισχυροποίηση της ‘δημοσιογραφίας των πολιτών’, τα ανεξάρτητα εγχειρήματα διαχείρισης περιεχομένου συμβάλλουν στη ραγδαία απαξίωση των παλαιών Μέσων. Σε αξία αλλά και κοινωνική απήχηση. Η τηλεόραση επιζεί γιατί είναι δωρεάν, οι εφημερίδες διότι είναι γεμάτες δώρα.

Από το άλλο μέρος, στο υπο-διαμόρφωση, ψηφιακό πεδίο, τα προσόντα πάνε μαζί με τα ελαττώματα: το αδόμητο περιεχόμενο, η ελευθεριότητα, η αδυναμία εξακρίβωσης της πληροφορίας, η δύναμη του ψιθύρου, αλλά και η διακινδύνευση της αναλήθειας.

Γεγονός είναι ότι ο ανθρώπινο κεφάλαιο παραμένει στο επίκεντρο των εξελίξεων. Βέβαια, στο ψηφιακό περιβάλλον, οι απαιτήσεις είναι αυξημένες. Τα παραδοσιακά προβλήματα και οι στρεβλώσεις μεγεθύνονται, οι ατέλειες αναδεικνύονται και το τελικό προϊόν υπόκειται στη διαρκή κρίση του κοινού.

Οι συνθήκες δράσης, το πεδίο ανταγωνισμού, τα κριτήρια αξιοσύνης και επιτυχίας αλλάζουν ραγδαία σε ένα επάγγελμα που ήδη βρίσκεται πολλά χρόνια σε κρίση. Πλέον, όμως, η πτώση από την αποσταθεροποίηση δεν απέχει πολύ, και η εκκαθάριση έχει ήδη ξεκινήσει…

 

 

Leave a comment

Filed under Δημοσιογραφία

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι

Σχεδόν η ίδια φάρα. Οι μεν χαϊδεύουν τους δε, οι δεύτεροι θέλουν να γίνουν σαν τους πρώτους. Με τους δικούς τους όρους. Της επικοινωνίας, με το βάρος να πέφτει στο επουσιώδες, αλλά φανταχτερό επιχείρημα, σε βάρος της ουσίας. Οι πρώτοι χρησιμοποιούν τους δεύτερους με επιδεξιότητα και απαξιωτικό τρόπο. Κατ’ ιδίαν, και οι δύο κοροϊδεύουν αλλήλους. Ισχυρίζονται ότι οι μεν είναι τίποτα χωρίς τους δε. Και πάει λέγοντας.

Κάποτε, ένας διευθυντής εφημερίδας, σε μία συζήτηση μού είχε πει ότι αν οι πολίτες ήξεραν πόσο φίλοι είναι οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι δεν θα τούς άρεσε καθόλου. Και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο. Από τη μια η συναναστροφή είναι απαραίτητη, προκειμένου να λειτουργήσει το νταραβέρι της πληροφόρησης, από την άλλη, το νταραβέρι μετατρέπεται σε συνέργεια. Στο έγκλημα.

Πρώτο θύμα η αλήθεια. Έχει ήδη καταχωρηθεί και ιστορικά. Η αλήθεια είναι η πρώτη απώλεια, παράπλευρη η μη, σε ένα διαρκή πόλεμο συμφερόντων, πολεμικών μηχανών, επιχειρήσεων, ή πολιτικών αντιπάλων. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, κάθε επαγγελματική ενασχόληση με την αλήθεια ακολουθεί τον δρόμο της αναξιοπιστίας όπως τα περισσότερα πράγματα σε αυτή τη χώρα.

Προχθες μία ενδιαφέρουσα, underground συζήτηση σε αίθουσα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αμαλίας είχε τίτλο ‘το τέλος των εφημερίδων’. Ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις, στοιχειοθετημένες, νηφάλιες από τους παλαιότερους, ορμητικές και γνήσια ανοργάνωτες από τους νεότερους. Εξ αυτών ξεχώρισε μία κοπέλα, απόφοιτος δημοσιογραφικής σχολής, που μετά από διετή δωρεάν εργασία στο δημοσιογραφικό διαδίκτυο, αποφάσισε, με τα …ίδια έσοδα να ανοίξει δικό της μπλογκ και να γράφει σε συνεργασία με φίλους και συναδέλφους. Το ονόμασε ‘ανοικτή παλάμη’, όνομα το οποίο αιωρήθηκε με διασκεδαστικό τρόπο στη βαρειά αίθουσα της εκδήλωσης.

Δεν γνωρίζω τα κίνητρα της φίλης, τους σκοπούς της ή την ικανότητά της να διερευνά τα διάφορα θέματα. Το γεγονός όμως ότι δραστηριοποιείται σε έναν νέο μιντιακό χώρο, όπου έχει αρθεί το εκδοτικό δικαίωμα και τα νταβατζιλίκια του παρελθόντος έχει ενδιαφέρον και αξίζει την προσοχή όλων. Παρά την καθυστέρηση που βιώνουμε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από πλευράς νοοτροπίας.

«Το τέλος των εφημερίδων»  ως μηχανισμών παραγωγής περιεχομένου αποτελεί θέμα προς συζήτηση. Αυτό που όμως είναι βέβαιο είναι ότι οι εφημερίδες έχουν τελειώσει ως προϊόντα και επιχειρήσεις. Με την παραδοσιακή, δημοσιογραφική έννοια. Μην βιαστείτε να ανατρέξετε σε παραδείγματα κερδοφορίας ή επιβίωσης. Οι καταναλωτικές προσφορές είναι το μόνο μέσο συντήρησης των πωλήσεων.

Μην ξεχνάτε και το τέλος της παλαιοπολιτικής και των πολιτικών. Αυτό κι αν είναι είδηση…

Θα επανέλθω. Ήταν απλώς μία αυτοψυχαναλυτική σημείωση εν μέσω κρίσης. Τα σπουδαία έπονται. Και θα είναι εξόχως δημιουργικά και καταστροφικά…

2 Comments

Filed under Δημοσιογραφία

Η κυρίαρχη σκέψη

Σχεδόν κάθε φορά που οι δημοσιογράφοι “έχουν θέμα”, το έχουν γιατί οι πηγές τους έχουν αποφασίσει να ανοίξουν το στόμα τους. Για τους δικούς τους λόγους.

Όταν λέμε “πηγές” εννοούμε ανθρώπους με εξουσία. Εξουσία οικονομική, επιχειρηματική, αλλά και βέβαια, αυτή της πληροφορίας. Οι άνθρωποι αυτοί, αν και είναι πολλά αυτά που τούς ενώνουν, συχνά διαφωνούν για τις τακτικές και τις μεθόδους με τις οποίες επιδιώκουν τον πλουτισμό τους. Πολλές φορές, οι διαφωνίες αυτές οδηγούνται σε αδιέξοδο. Τότε, μέσω διαρροών στα μέσα ενημέρωσης, καλούν τους πολίτες να ‘γνωμοδοτήσουν’ για το ποιος έχει δίκιο.

Αυτός που θα προλάβει να θέσει πρώτος το θέμα, συνήθως με τη βοήθεια ενός γνωστού δημοσιογράφου, χαράσσει και το ‘πλαίσιο ανταλλαγής των απόψεων’, κερδίζει τις εντυπώσεις (δεδομένου οτιδήποτε ακολουθεί εκφράζεται απλώς ως διαφωνία ή απάντηση), και έχει και τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει και τη μάχη.

Οι άνθρωποι της ενημέρωσης πρωτοστατούν σε αυτή τη διαδικασία. Πυροβολούν με ερωτήσεις, ευθύβολα, αλλά και στα τυφλά, ανάλογα με τη περίσταση. Αυτό είναι, άλλωστε, το επάγγελμα της δημοσιογραφίας. Ανθρωποι, εκ φύσεως περίεργοι, που κάνουν διαρκώς ερωτήσεις στους πάντες, για τα πάντα. Όσοι διαθέτουν την άνεση και την κάλυψη, ασκούν και κριτική προς πάσα κατεύθυνση, ανάλογα με τις διαθέσεις και τις εντολές τους. Κατά τη διαδικασία αυτή, εκτός από τις οθόνες των λάπτοπ, που γεμίζουν με λέξεις, ενισχύονται και οι τσέπες, με ευρώ.

Φυσικά αυτά δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα. Απαντώνται αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο. Και οι ερμηνείες είναι διαφορετικές. Βέβαια, ορισμένες χώρες είναι πιο επιρρεπείς από άλλες.

Η Θ., η ίδια φίλη που είναι έξαλλη με τον χειρισμό του μεταναστευτικού από πολιτικούς ιθύνοντες της χώρας, θέλησε να συνεισφέρει ξανά στις δημόσιες νοητικές μου ασκήσεις, στέλνοντάς μου ένα απόσπασμα από πρόσφατο άρθρο του Τσάρλς Σίμικ στο NY Review of Books (ναι, υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα που διαβάζουν τις στήλες κριτικής βιβλίου στους New York Times – οι περισσότεροι, βέβαια, γνωρίζονται μεταξύ τους, γιατί απέχουν με τον ίδιο τρόπο από την σκουπιδο-επικοινωνία και πολιτική των καιρών).

Γράφει, λοιπόν, ο Σίμικ, ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χώρες που δεν είναι ευτυχισμένες. Η απουσία αξιόπιστων θεσμών και η μη τήρηση των νόμων καταδικάζει αυτές τις κοινωνίες να ζουν ξανά και ξανά τις ίδιες εντάσεις και συγκρούσεις, να κάνουν διαρκώς τα ίδια λάθη και να υποφέρουν τις αρνητικές συνέπειες από αυτήν τη συμπεριφορά.

O Πουλαντζάς έλεγε ότι δεν υπάρχει κυρίαρχη τάξη, άλλα κυρίαρχες ομάδες που καθοδηγούν τα όρια της σκέψης σε μία κοινωνία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Ελλάδα είμαστε καταδικασμένοι να κάνουμε διαρκώς τα ίδια λάθη. Όμως, φταίμε εμείς οι πολίτες, ή οι λιγοστές οικογένειες με τα γνωστά επίθετα που μάς κυβερνούν όλα αυτά τα χρόνια;

Leave a comment

Filed under Μέσα Ενημέρωσης